Ημέρα Ανεξαρτησίας

BONSAISTORIES3 DAYS AGO 

Άνοιξα τα μάτια μου και για ένα λεπτό αναρωτήθηκα  πού είμαι. Γιατί οι τοίχοι είναι γαλάζιοι, γιατί ο ήλιος μού χαϊδεύει το πρόσωπο, γιατί βρίσκομαι κάτω στο πάτωμα πάνω σ’ ένα στρώμα.

Aμέσως το μυαλό μου καθάρισε. Ήταν η πρώτη μέρα που ξυπνούσα στο δικό μου-κατάδικό μου σπίτι. Έμεινα για λίγο ξαπλωμένη ν’ απολαύσω τη στιγμή, περιεργάστηκα τις κούτες που ήταν τοποθετημένες στο δωμάτιο και σηκώθηκα να φτιάξω καφέ. Είχα προνοήσει την προηγούμενη, καφές, ζάχαρη, γάλα, κι ένα κρουασάν με περίμεναν στην κουζίνα μου.Πήρα τον καφέ και κάθισα στο στρώμα μου. Είχε έρθει η ώρα να καπνίσω το πρώτο πρωϊνό τσιγάρο, χωρίς τη γκρίνια της μητέρας μου γι αυτή μου τη συνήθεια. Το κινητό έδειχνε 11πμ. Ήταν Κυριακή και η μέρα ήταν κι αυτή δική μου-κατάδική μου.

Έβαλα μουσική στο κινητό και αποφάσισα να χαλαρώσω. Σήμερα θ’ ανοίξω μόνο την κούτα με τα ρούχα, έτσι κι αλλιώς η δουλειά ξεκινάει από την επόμενη βδομάδα. Πωλήτρια; Πωλήτρια. Αν περίμενα να βρω κάτι σχετικό με τις σπουδές μου δεν θα έφευγα ποτέ από τη φωλιά. Και το είχα ανάγκη να φύγω. Μεγάλες οι φτερούγες της μαμάς κι εγώ είχα χρόνια βγει απ’ το αυγό. Αλλά ούτε εκείνη το πίστευε και υπήρχε κίνδυνος εγώ να το ξεχάσω.

Τι ωραίο να ξυπνάς μόνη σου και το μυαλό σου ν’ απασχολείται με τις δικές σου σκέψεις. Το κεφάλι μου είχε καθαρίσει, ήδη έβλεπα τη ζωή αλλιώς. Άρχισα να νιώθω τα θέλω μου, πέρα από το μόνιμο «θέλω να φύγω απ’ το σπίτι». Ήθελα να δουλέψω, ήθελα να μείνω για ένα εξάμηνο χωρίς γκόμενο, ήθελα να μάθω τη γειτονιά μου, να πηγαίνω μόνη μου για φαγητό και για καφέ, να διαβάσω, ν’ ακούσω μουσικές, να ταξιδέψω. Ήθελα ένα γατί.

Έβγαλα από την τσάντα το ημερολόγιό μου και σημείωσα τις σκέψεις μου. Μετά βγήκα στο μικρό μου μπαλκονάκι να θαυμάσω την όχι και τόσο σπουδαία θέα. Αλλά πάλι κάτι βρήκα που μου άρεσε. Οι απέναντι είχαν φυτέψει γεράνια και γιασεμί. Έπιασα γρήγορα το τετράδιό μου. Θέλω λουλούδια, πρόσθεσα.

Κατά τις 12.30 πήρε τηλέφωνο ο «σε διάσταση-θα χωρίσω-εδώ και δύο χρόνια» γκόμενός μου. Έφαγε σουτ με συνοπτικές διαδικασίες. Ήμουν επιτέλους ελεύθερη. Το σημείωσα κι αυτό στο ημερολόγιο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας». Ξαναρίχνω τα ζάρια και το παιχνίδι αλλάζει μονομιάς. Αυτό ίσως είναι το πιο όμορφο απ’ όλα.

Αμέσως σχημάτισα στο κινητό τον  αριθμό της κολλητής μου. Νέα που δεν ανακοινώνονται στην κολλητή δεν είναι νέα.

«Έλα, Μαρίνα, το ’κανα!»

«Ναι βρε μπράβο! Πώς σου φαίνεται το καινούργιο σπίτι;»

«Δεν εννοώ αυτό. Χώρισα με τον Γιώργο. Και μάλιστα του το ανακοίνωσα από το τηλέφωνο».

Σιγή…

«Δεν θα πεις κάτι;»

«Ε με ξαφνιάζεις… νόμιζα ότι ποτέ δεν θα το αποφάσιζες ό,τι κι αν σου λέγαμε εμείς. Το σκέφτηκες καλά; Είσαι σίγουρη; Πώς νιώθεις;»

«Νιώθω τέλεια! Έπρεπε να γίνει. Δεν έβγαζε πουθενά. Άσε που θέλω να μείνω μόνη για λίγο καιρό, κανέναν δεν θέλω. Αν σου πω ότι σκέφτομαι να τον πάρω τηλέφωνο να με βρίσεις. Σε παρακαλώ».

«Θέλεις να έρθω από εκεί;»

Το σκέφτηκα λίγο. Άλλωστε ένας από τους λόγους που ήθελα το δικό μου σπίτι ήταν να δέχομαι τις φίλες και τους φίλους μου όποτε θέλω. Αλλά αυτή την ημέρα την ήθελα για μένα. Να καθίσει μέσα μου η ελευθερία. Να δω αν θα νιώσω μοναξιά.

«Ευχαριστώ, Μαρίνα μου. Έλα αύριο το πρωί για καφέ. Σήμερα κάνω το ναυαγό στο χαμένο νησί. Νιώθω την ανάγκη να μείνω μια ολόκληρη μέρα μόνη μου. Δεν το έχω ξαναζήσει ποτέ αυτό. Ελπίζω να μη σε πειράζει».

«Τι είναι αυτά που λες; Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Σε ζηλεύω, φιλενάδα. Δεν ξέρω αν θα είχα τα κότσια να κάνω αυτό που έκανες».

Αφού το κλείσαμε, πήρα το ημερολόγιό μου και σημείωσα: Η Μαρίνα νιώθει περήφανη για μένα. Λιγάκι κι εγώ. Το έβαλα πάλι στην τσάντα μου κι ετοιμάστηκα να βγω για φαγητό. Υπήρχε κοντά στο σπίτι ένα συνοικιακό ταβερνάκι. Θα πήγαινα μόνη μου για φαγητό. Άλλη μια προσωπική νίκη.

Έριξα μια τελευταία ματιά στο σπίτι Μου, κλείδωσα με τα κλειδιά Μου και τραγουδώντας πετάχτηκα έξω. Ζούσα για πρώτη φορά έξω από τη ζώνη ασφάλειάς μου και το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρο, υπέροχο.

Στην ταβέρνα με κοίταζαν λίγο περίεργα αλλά δεν  μ’ ένοιαζε. Εγώ γιόρταζα κι αυτό το πάρτι ήταν για έναν. Έκανα μια σύντομη βόλτα στη νέα μου γειτονιά και γύρισα σπίτι. Το βραδάκι τηλεφώνησα στη μητέρα μου που με είχε ταράξει στις κλήσεις.

«Όλα καλά, μαμά. Το κοριτσάκι σου ενηλικιώνεται».

ΕΥΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s