Όλα θα γίνουν όπως πριν

Ο Νίκος είχε μείνει άστεγος εδώ κι έναν μήνα. Είχε καλή θέση σ’ ένα εργοστάσιο, προϊστάμενος του τμήματος παραγωγής, κουραστική δουλειά και μονότονη, αλλά τα λεφτά ήταν αναλόγως καλά. Όμως το εργοστάσιο έκλεισε και τους πέταξαν όλους έξω με κουτσουρεμένη αποζημίωση. Για λίγους μήνες τον κράτησαν αυτά τα χρήματα, το ταμείο ανεργίας και οι λιγοστές οικονομίες του, αλλά μετά άρχισε να χρωστάει κοινόχρηστα και νοίκια.

Τι να πρωτοσκεφτεί, να δώσει στο παιδί του να φάει, ή να πληρώσει το νοίκι και τα δύο δεν γίνονταν. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν καλός άνθρωπος, έκανε υπομονή, αλλά χρειαζόταν το ενοίκιο γιατί ο γιος του ήταν κι αυτός άνεργος και δεν έβγαιναν με τη σύνταξή του. Τον πήρε στην αρχή με το καλό, “δίνε μου τα λίγα-λίγα”, αλλά μηδέν από μηδέν ίσον μηδέν, αφού δεν είχε καθόλου έσοδα ο Νίκος δεν μπορούσε ούτε αυτή τη συμφωνία να τηρήσει. Ύστερα από πέντε μήνες απλήρωτους του έκανε την έξωση.

            Δεν πήρε από το σπίτι παρά μόνο δυο βαλίτσες με λίγα ρούχα δικά του και του παιδιού και μερικά απ’ τα παιχνίδια του. Πριν έρθει ο κλητήρας, προσπάθησε να εξηγήσει στο Γιώργο, να βάλει σε λέξεις ό,τι το παιδί είχε έτσι κι αλλιώς καταλάβει. Έλπιζε κάποτε να μπορέσει να τον συγχωρήσει γι’ αυτό που του έκανε.

            “Γιωργάκη θα πρέπει να φύγουμε απ’ το σπίτι μας για λίγο καιρό γιατί δεν έχω πια χρήματα να το πληρώνουμε. Θα κοιμόμαστε έξω, όπως σου αρέσει -θυμάσαι πόσες φορές μου έλεγες να κοιμόμαστε στο μπαλκόνι το καλοκαίρι;- σε μια πλατεία που είναι κι άλλοι άνθρωποι που τους έχουν διώξει απ’ το σπίτι τους κι από την πατρίδα τους και θα κάνουμε πολλούς καινούργιους φίλους. Θα σταματήσεις για φέτος το σχολείο που το βαριέσαι, θα είναι σαν να κάνουμε διακοπές . Θα είναι μόνο για λίγο καιρό αγόρι μου, σύντομα θα βρω άλλη δουλειά και θα πάμε σε καινούργιο σπίτι και όλα θα γίνουν όπως πριν”.

            Ο Γιώργος έπεσε στην αγκαλιά του. “Μην ανησυχείς μπαμπά, όσο είμαστε μαζί δεν με νοιάζει τίποτα. Μόνο πάρε με μαζί σου, μη με βάλεις σε κανένα ίδρυμα. Θα βρω κι εγώ δουλειά, θα σε βοηθάω”.

            Σφίχτηκε η καρδιά του Νίκου, παραλίγο να τον πάρουν τα κλάματα, αλλά κρατήθηκε για χάρη του παιδιού. “Σ’ ευχαριστώ αγόρι μου” του είπε μόνο και τον φίλησε στα μάγουλα. “Έλα τώρα, πάμε να φύγουμε από δω”. Έκλεισε την πόρτα, την κλείδωσε και στον κάδο που ήταν έξω απ’ την πολυκατοικία, πέταξε τα κλειδιά.

Είχε σκεφτεί πολύ το πού να πάνε και αποφάσισε ότι η καλύτερη λύση ήταν η πλατεία Βικτωρίας. Είχε περάσει κάνα-δυο φορές πριν χάσουν το σπίτι τους να δει πώς είναι τα πράγματα εκεί. Κυρίως Σύριοι και Πακιστανοί, αλλά κι άνθρωποι από άλλες χώρες,  όλες τις γλώσσες άκουσε.

            Ανάμεσα στον κόσμο θα χάνονταν κι αυτοί και τουλάχιστον θα είχαν ένα πιάτο φαΐ, δεν θ’ αναγκαζόταν να ζητιανεύει. Πέρα απ’ αυτό, τους πρόσφυγες τους πονούσε, είχε βοηθήσει κι αυτός μια οικογένεια όταν είχε λεφτά, πονεμένοι άνθρωποι ήταν, ξεριζωμένοι, σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν.

            Η πρώτη νύχτα ήταν η πιο δύσκολη απ’ όλες, άγνωστος ακόμη και μόνος, με δυο βαλίτσες και δυο χαρτόκουτα αντί για κρεβάτια. Χαμογέλασε όμως η ψυχή του, όταν πριν βολευτούν όπως-όπως για να κοιμηθούν, ο Γιώργος του είπε ότι έκανε ήδη μια φίλη. Ήταν η Λάϊλα, ένα χαριτωμένο σκουρόχρωμο κοριτσάκι, που ήταν με τη μαμά της στη διπλανή σκηνή.

            Ο Νίκος είχε συμπαθήσει τη μικρή όπως και τη μαμά της. Έβλεπε με τι τρυφερότητα φερόταν στο παιδί, πόσο καλή κι ευγενική έδειχνε.

Πέρα απ’ αυτά, ήταν όμορφη και τα τα μάτια της ήταν ζεστά, καλοσυνάτα και φωτεινά σαν πετράδια. Μέσα από το φαρδύ της φόρεμα δεν μπορούσε να δει, αλλά αυτό τον έκανε να φαντάζεται το καλλίγραμο σώμα της και να τη θέλει ακόμη περισσότερο, όσο περνούσαν οι μέρες. Δεν είχε ξανανιώσει έτσι από τότε που πέθανε η γυναίκα του πριν από πέντε χρόνια.

“Καλημέρα, τι κάνεις; Είμαι ο Νίκος, βρήκε το θάρρος να τη μιλήσει μια εβδομάδα μετά. Τα παιδιά μας κάνουν παρέα, καιρός να γνωριστούμε κι εμείς” είπε χαμηλόφωνα για να μην την τρομάξει “μιλάς ελληνικά;” Η Χαμπίμπα μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα γιατί είχε φιλοξενηθεί για έξι μήνες σ’ ένα ξενώνα. Όμως άλλοι πήραν τη θέση της, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις και βρέθηκε κι αυτή στο δρόμο. Της είχαν δώσει όμως μια σκηνή και μερικά ρούχα. Του είπε στην αρχή μόνο τ’ όνομά της και ότι είχε έρθει απ’ τη Συρία.

            “Εσύ όμως πώς βρέθηκες εδώ; εδώ είναι μόνο ξένοι” τον ρώτησε με την απορία σχηματισμένη στα μάτια της. Όσοι έλληνες είχε γνωρίσει μέχρι τότε ήταν σε καλύτερη μοίρα απ’ αυτήν.

            Ο Νίκος της άνοιξε την καρδιά του. Ήθελε να μοιραστεί μαζί της τα πάντα. Ακούγοντάς τον, πήρε λίγο θάρρος κι εκείνη και του μίλησε λίγο παραπάνω.

            “Ο άντρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Το σπίτι μας καταστράφηκε, δεν έχει μείνει τίποτα για μας εκεί. Ήθελα να πάω στη Γερμανία, σ’  έναν θείο μου, όμως όταν μας διώξανε απ’ τον ξενώνα και ήρθαμε εδώ, έδωσα τα χρήματά μου, ό,τι είχα και δεν είχα, σε κάποιον που με κορόιδεψε. Έτσι δεν έχω πάλι τίποτα κι εδώ. Κάθομαι απλά και περιμένω”.

            Κάτι σαν να φοβόταν όμως και ύστερα από λίγες μέρες ο Νίκος κατάλαβε τι ήταν. Κάποιοι απ’ τους Σύριους, που τους έβλεπαν να μιλάνε και τα παιδιά τους να κάνουν παρέα, δεν το έβλεπαν με καλό μάτι.

            “Τι θες και μιλάς μ’ αυτόν; Αν σ’ ακουμπήσει θα τον σπάσω στο ξύλο. Με ΄μας πρέπει να κάνεις παρέα, όχι με τους άπιστους. Τον είδα που σου έδωσε δέκα ευρώ το πρωί. Ένα πράγμα μόνο θέλει από ‘σένα να είσαι σίγουρη και μετά θα σε παρατήσει” της είχε πει ένας δικός της. Τον έδειχνε και φώναζε, ο Νίκος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς της έλεγε, αλλά ήταν φανερό ότι αναφέρονταν σ’ αυτόν, την πίεσε και του τα εξομολογήθηκε όλα, ήταν άλλωστε και δικές της αγωνίες, το έβλεπε στα μάτια της.

             Εκείνος ήθελε να της πει ότι είχε να νιώσει έτσι χρόνια, ότι την είχε αγαπήσει κι αυτήν και τη μικρή Λάιλα κι ότι θα έκανε τα πάντα γι’ αυτές, ήθελε να την αγγίξει. Αλλά τι μπορούσε να της προσφέρει, πέρα από ένα χαρτζιλίκι απ’ τον κολλητό του,  που το μοιραζόταν μαζί της όταν τον επισκεπτόταν. Αγάπες κι έρωτες στην πλατεία Βικτωρίας, θα γελάνε και τα παγκάκια, σκεφτόταν και τα κρατούσε όλα μέσα του.

            Αποφάσισε όμως να μην κάνει πίσω. Της κρατούσε συντροφιά, μιλούσαν χαμηλόφωνα με τις ώρες τα βράδια που οι άλλοι κοιμόντουσαν, εξασφάλιζε γι’ αυτήν μια μερίδα φαγητό παραπάνω, προσπαθούσε να κρατήσει τις ελπίδες της ζωντανές, όπως έκανε κι αυτή για εκείνον χωρίς να το ξέρει. Η Χαμπίμπα είχε αρχίσει να τον εμπιστεύεται, αλλά ήταν πάντα επιφυλακτική, όπως θα ήταν ο  καθένας που θα είχε περάσει τα βάσανά της. Ωστόσο, η «καλημέρα» του ήταν ένας λόγος να σηκωθεί το πρωί, ν’ αντέξει άλλη μια μέρα στην πλατεία χωρίς σκοπό, χωρίς διέξοδο.

*

            Ο κολλητός του ο Μηνάς τον πήρε τηλέφωνο. “Τάξε μου, έχω κάτι να σου πω”.

            “Λέγε σε παρακαλώ μη με κρατάς σε αγωνία, βρήκες καμιά άκρη;”

            “Σου βρήκα δουλειά στη Ρόδο, σερβιτόρος σε ταβέρνα, εφτακόσια ευρώ, σπίτι και φαΐ πληρωμένα, έρχομαι να σ’ τα πω, ραντεβού στο καφενείο του Αλβανού, στη γωνία, σε μισή ώρα”.

            Ο Νίκος έμεινε αποσβολωμένος. Είχε ψάξει για δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά και δεν είχε βρει τίποτα και τώρα αυτό…

            “Σ’ ευχαριστώ, φίλε, σ’ ευχαριστώ, ο Θεός θα σ’ το ξεπληρώσει. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί”.

            Ζήτησε απ’ τη Χαμπίμπα να προσέχει το παιδί και ξεκίνησε αμέσως. Θα έφτανε νωρίτερα, αλλά δεν τον χωρούσε πια ο τόπος. Πέντε τσιγάρα έκανε μέχρι να φανεί ο Μηνάς και να του πει τις λεπτομέρειες. Ένας ξάδερφός του είχε μια ταβέρνα στη Ρόδο κι έψαχνε σερβιτόρο Έλληνα, που να μιλάει και λίγα αγγλικά, να είναι δουλευταράς και τίμιος.

            Ο Νίκος την είχε ξανακάνει αυτή τη δουλειά, σε ταβέρνα στο Πασαλιμάνι και τ’ αγγλικά τα κουτσομιλούσε. Από το καφενείο πήραν τηλέφωνο τον ξάδερφο του Μηνά, τα συμφωνήσανε, θα ξεκινούσε σε μια βδομάδα. Τα χρήματα για τα εισιτήρια θα του τα δάνειζε ο φίλος του και θα του τα έστελνε απ’ το μισθό του σύντομα. “Μη σε νοιάζει γι’ αυτό, σημασία έχει ότι βρήκες και πάλι δουλειά και θα φύγεις από δω” του είπε.

            Ο Νίκος δεν παρέλειψε να ρωτήσει αν μπορούσε να πάρει μαζί και την αρραβωνιαστικιά του, που ήταν ξένη, να μείνουν μαζί στο σπίτι. “Το σπίτι είναι μεγάλο, το παλιό μου πατρικό” είπε ο ξάδερφος, “δεν υπάρχει πρόβλημα”.

            “Ποια είναι αυτή η αρραβωνιαστικιά;” ρώτησε γελώντας ο Μηνάς, όταν έκλεισαν το τηλέφωνο. “Κρυφό ποταμάκι είσαι, τίποτα δεν μου έχεις πει. Για λέγε-για λέγε”.

            Ο Νίκος του είπε για τη Χαμπίμπα και τη Λάιλα και το πρόσωπό του φωτίστηκε ακόμα περισσότερο.

            “Δεν έχω νιώσει έτσι μετά τη Μαρία, Μηνά. Αν δεχτεί να έρθει μαζί μου θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Ίσως χρειαστώ λεφτά για δυο εισιτήρια ακόμη. Ξέρω ότι τα βγάζεις πέρα δύσκολα και ότι κάνω κατάχρηση της φιλίας μας, αλλά θα μπορέσεις να με δανείσεις αν πει το ναι;”

            “Ας πει μωρέ το ναι και θα βρεθεί λύση».

            Η καρδιά του Νίκου πήγαινε να σπάσει από χαρά αν και αμέσως άρχισαν να τον βασανίζουν οι ερωτήσεις. Πώς θα περιμένω μέχρι το βράδυ, να έχουν κοιμηθεί οι υπόλοιποι, να της το πω; Θα έρθει, θα το αποφασίσει;

*

            Ανακάθισε στη χαρτόκουτά του, βολεύτηκε όσο του επέτρεπε η καρδιά του που πετάριζε κι αγωνιούσε και με όσο κουράγιο του είχε απομείνει τη ρώτησε “Λοιπόν, θα ‘ρθεις;” μόλις η Χαμπίμπα βγήκε απ’ τη σκηνή της το επόμενο πρωϊ. Ούτε να την καλημερίσει δεν είχε την υπομονή.

            Η Χαμπίμπα είχε μείνει άυπνη όλο το προηγούμενο βράδυ, προσευχόταν, σκεφτόταν τι πρέπει να κάνει, τι θα ήταν καλύτερο γι’ αυτήν και τη μικρή της Λάιλα. Ο Νίκος το είχε καταλάβει ότι δεν κοιμόταν γιατί στριφογύριζε και σιγομουρμούριζε όλη τη νύχτα. Μάτι δεν είχε κλείσει κι αυτός περιμένοντας την απόφασή της.

            Της είχε φερθεί καλά και ήξερε ότι στην πλατεία Βικτωρίας δεν είχε πολλά να περιμένει. Αλλά και η αποκοτιά να πάει μ’ έναν σχεδόν άγνωστο, χριστιανό, σ’ έναν καινούργιο τόπο και να εξαρτάται απ’ αυτόν, ήταν μήπως ευκολότερη;

            Όμως, του είπε “ναι” και τα μάτια του έλαμψαν, φωτίστηκε το σκαμμένο πρόσωπό του. Ο γιος του ο Γιώργος, η Χαμπίμπα και η Λάιλα τον κράτησαν ζωντανό αυτόν τον τελευταίο μήνα, αυτούς σκεφτόταν κάθε φορά που τα μαύρα σύννεφα της απελπισίας φώλιαζαν πάνω απ’ το κεφάλι του.

            “Δεν θα το πούμε σε κανέναν” της είχε πει “δεν θα μας αφήσουν σε ησυχία αν το μάθουν και μην ανησυχείς για τίποτα, καταλαβαίνω ότι φοβάσαι. Από εδώ που είμαστε, πιο κάτω δεν έχει. Στη Ρόδο θα έχουμε δουλειά και σπίτι, σύντομα θα βρεις κάτι κι εσύ, ξέρεις εκεί έχει πολλούς τουρίστες, θα υπάρχουν πολλά που θα μπορείς να κάνεις”.

*

            Νύχτα φύγανε από την πλατεία οι τέσσερις τους, κρυφά. Θα περιμένανε το πλοίο των έντεκα στον Πειραιά. Έξι ώρες ήτανε το ταξίδι, αλλά ο Νίκος δεν κρατήθηκε άλλο και όταν ανέβαιναν στη σκάλα του καραβιού, παραμέρισε τη μαντίλα της και της ψιθύρισε στο αυτί “Σ’ αγαπώ”.-

Εύη Μυλωνάκη

(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τεύχος 129)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s