Σ’ τα φοράει γλύκα

Εύη Μυλωνάκη

Πάνος Παπαδόπουλος, Ιδιωτικός Ερευνητής, έγραφε απ’ έξω το γραφείο του, αλλά αυτός συστηνόταν ως Πάνος Παπαδόπουλος, ντετέκτιβ. Δεν ήταν το πραγματικό του όνομα, αλλά δεν του είχαν ζητήσει και ταυτότητα. Ψηλός, αρρενωπός, καλοντυμένος σε νεανικό στυλ, βαστούσε παρά τα εξήντα του χρόνια, αν εξαιρέσεις την κοιλιά από τις μπύρες και το αλκοόλ. Πολλά όμως μπορούσαν να συγχωρήσουν οι γυναίκες για τα σκούρα γαλάζια μάτια του, που του έδιναν μια αγγελική μορφή η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το συναίσθημα που σου δημιουργούσε η υπόλοιπη συμπεριφορά του. Να μην τον εμπιστευτείς. Ίσως γι’ αυτό τον προτιμούσαν οι γυναίκες πελάτισσες (το ίδιο βέβαια τις προτιμούσε κι αυτός), οι οποίες αν ήταν τυχερός και το έπαιζε σωστά, κατέληγαν καμιά φορά στο κρεβάτι του μετά την επίλυση της υπόθεσής τους ή και κατά τη διάρκεια αυτής. Τις πιο πολλές φορές αυτό γινόταν σε περιπτώσεις απιστίας, οπότε και τον χρησιμοποιούσαν για να εκδικηθούν τον σύζυγο. Ήταν και ο μόνος λόγος που έβαζε αγγελία στην εφημερίδα, και οι μόνες υποθέσεις που αναλάμβανε με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να ήταν βαρετές, αλλά είχαν καλά λεφτά και καμιά φορά, μπόνους.

Κατά τα άλλα η πελατεία του προερχόταν από τις διασυνδέσεις που είχε με το χώρο της νύχτας, από τότε που δούλευε μπάρμαν ή πορτιέρης σε κακόφημα μπαρ. Έκανε στο παρελθόν προσπάθεια να ασχοληθεί με εμπορικές απάτες και τα σχετικά, αλλά σ’ αυτό το χώρο καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα.

Η πόρτα του γραφείου πάντοτε κλειστή, ήταν το βασίλειό του, ο χώρος του, καμιά φορά κοιμόταν κιόλας εκεί, όταν είχε πιει λίγο παραπάνω και βαριόταν να οδηγήσει μέχρι το σπίτι.

Ήταν και μεγαλύτερο από το σπίτι του, τριάρι στην Ομόνοια, χώρος υποδοχής και γραμματείας, συνήθως άδειος, περίπου ένα μήνα κρατούσε ο μήνας του μέλιτος με την «κοπέλα» μετά της την έπεφτε ανοιχτά κι εκείνη έφευγε. Δεν έβαζε και μυαλό, διάλεγε πάντα κάτι κοριτσάκια γύρω στα εικοσιπέντε, που είχαν παππού σ’ αυτή την ηλικία.

Το γραφείο του, καπλαμάς καρυδιά, μεγάλο κι επιβλητικό, γεμάτο φακέλους για να δείχνει ότι έχει πολλή δουλειά, σκόνη, κι ένα περίεργο διακοσμητικό, που παραμύθιαζε τους πελάτες του ότι το είχε φέρει από το Μεξικό όταν είχε πάει για μια σημαντική υπόθεση, και πίσω το καμαράκι όπου κοιμόταν ή ξεκουραζόταν. Στο συρτάρι, απαραίτητα «Jack».

Άλλη μια αποπνικτική μέρα, Ιούλιος μήνας με χαλασμένο το κλιματιστικό, είχε ανοίξει τα παράθυρα, την έβγαζε μ’ ένα παλιό ανεμιστήρα οροφής και βάραγε κυριολεκτικά μύγες. Τέσσερις είχε σκοτώσει απ’ το πρωί, με τη μυγοσκοτώστρα πάνω στο γραφείο του, λέγοντάς τους “ή εσύ ή εγώ”, σαν να μπορούσαν να τον ακούσουν, έτσι όπως ήταν τσαλαπατημένες πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Ανακάτευε τους φακέλους του, αλλά τίποτα δεν του φαινόταν αρκετά επείγον ή συναρπαστικό ώστε ν’ ασχοληθεί μαζί του. Είχε όμως ένα προαίσθημα ότι σήμερα κάτι θα συμβεί, κάτι που θα τον γλυτώσει από την αφραγκία και την αγαμία των τελευταίων δύο μηνών.

Επιτέλους χτύπησε το τηλέφωνο. Το άφησε να κουδουνίσει τρεις φορές. Ξερόβηξε, προσπάθησε να κάνει τη φωνή του ν’ ακούγεται πιο νεανική.

“Γραφείο Πάνου Παπαδόπουλου, ντετέκτιβ.”

“Χαίρετε, ο κύριος Παπαδόπουλος;”

“Όχι, είμαι ο βοηθός του, ο κύριος Παπαδόπουλος έχει ένα ραντεβού αυτή τη στιγμή. Τι να του μεταφέρω;”

“Πρόκειται για προσωπικό ζήτημα, θα ήθελα να μιλήσω με τον ίδιο. Τι ώρα μπορώ να καλέσω;”

“Αφήστε μου το όνομα και το νούμερό σας και θα του πω να σας πάρει”.

“Αυτό δεν γίνεται, εκτός αν μου τηλεφωνήσει μέσα στην επόμενη μισή ώρα”.

“Εντάξει, θα του το πω”.

“Ακριβοπούλου, ……….. Μόνο αν μπορεί μέσα στην επόμενη μισή ώρα”.

Η φωνή του άρεσε, νεανική (δεν θα ήταν πάνω από τριάντα-τριανταπέντε), καθαρή, σίγουρη. Προσπάθησε να τη φανταστεί, αλλά σταμάτησε αμέσως. Καλύτερα να μην έχει μεγάλες προσδοκίες. Ένα τέταρτο αργότερα, έβαλε ένα δεύτερο ουίσκι και σήκωσε το ακουστικό.

“Η κυρία Ακριβοπούλου; Με ζητήσατε. Πάνος Παπαδόπουλος, ντετέκτιβ, χαίρετε”.

“Χαίρομαι που προλάβατε να με πάρετε. Δεν έχω πολύ χρόνο. Σε δέκα λεπτά θα είναι εδώ ο άντρας μου”.

“Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω”, ρώτησε, περιμένοντας την αναμενόμενη απάντηση.

“Θέλω να μάθω αν ο άντρας μου με απατά. Σκέφτηκα να τον παρακολουθήσω, αλλά δεν είναι του επιπέδου μου”.

*

Το ίδιο απόγευμα γύρω στις έξι παρά, φόρεσε το σακάκι του, στο χρώμα της άμμου, και αφού βεβαιώθηκε ότι είχε κουμπώσει σωστά τα κουμπιά του μπλε πουκαμίσου του, περίμενε πίνοντας τον διπλό ελληνικό του και καπνίζοντας.

Όταν, στις έξι ακριβώς, η κυρία Ακριβοπούλου χτύπησε την πόρτα του (το κουδούνι ήταν χαλασμένο) και σηκώθηκε να της ανοίξει, δεν πίστευε στην τύχη του. Όχι πάνω από τριανταπέντε, όπως το είχε υπολογίσει, πράσινα μάτια, γαλλική μυτούλα, χείλη για φίλημα, κι ένα τέλειο σώμα που ασφυκτιούσε μέσα σ’ ένα γκρι εφαρμοστό φόρεμα. Έβαλε προστατευτικά το χέρι του πίσω απ’ την πλάτη της, την ακούμπησε ελαφρά και της ζήτησε να καθίσει.

“Θα μπω κατευθείαν στο θέμα γιατί δεν έχω πολύ χρόνο. Είμαι πέντε χρόνια παντρεμένη με αυτόν τον άντρα (του έδωσε τη φωτογραφία του). Λέγεται Γιώργος Ακριβόπουλος και είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σας δίνω τώρα πεντακόσια ευρώ ως προκαταβολή και θα σας δώσω όσα χρειαστούν αν με βεβαιώσετε ότι ο άντρας μου με απατάει. Χρεώνετε με τη βδομάδα;»

“Ναι, κυρία μου, αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Γιατί πιστεύετε ότι σας απατάει, και δεν μου έχετε χαρίσει ακόμα τ’ ονοματάκι σας».

Αφού του απάντησε βιαστικά “Φωτεινή, αλλά δεν βλέπω τι σημασία έχει”, ότι ο άντρας της έλειπε συχνά απ’ το σπίτι για δουλειές και συνέδρια που της φαίνονταν ύποπτα, ότι γνωρίστηκαν όταν ήταν φοιτήτριά του και τώρα φοβόταν ότι την έχει βαρεθεί και τα ‘χει μπλέξει με κάποια άλλη φοιτήτρια, του είπε και κάτι που δεν το περίμενε.

“Αν με απατάει, δεν θα τον αφήσω, θα τον απατήσω κι εγώ, θα φροντίσω να το μάθει και μετά θα με παρακαλάει να γυρίσω πίσω. Πεντακόσια ευρώ την εβδομάδα είναι καλά;” και πριν προλάβει να της απαντήσει, είχε κιόλας κλείσει την πόρτα πίσω της. Ο Πάνος Παπαδόπουλος ευχήθηκε στον Θεό που δεν πίστευε να την απατάει. Για τα υπόλοιπα θα φρόντιζε ο ίδιος.

*

Δεν άργησε να βγάλει συμπέρασμα για τον Γιώργο. Ήταν ζαβολιάρης και δεν έπαιρνε τις στοιχειώδεις προφυλάξεις. Μέσα σε δέκα μέρες τον είχε δει να μπαίνει και να βγαίνει από το ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ με δύο διαφορετικές κοπέλες, φρέσκες και ωραίες σαν ζουμερές φράουλες, όχι πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Είχε τραβήξει φωτογραφίες κι όχι μόνο από την είσοδο, είχε και μια-δυο που φιλιόντουσαν στον δρόμο.

Είχε έρθει η ώρα να τον συναντήσει. Πήγε στο εστιατόριο όπου σύχναζε ανάμεσα στα μαθήματα, έκατσε απρόσκλητος στο τραπέζι του και του πάσαρε τον φάκελο με τις φωτογραφίες.

“Η γυναίκα σου δεν είναι καμιά χαζοβιόλα. Με πληρώνει όσο-όσο για να της αποδείξω ότι την κερατώνεις. Τι προτίθεσαι να κάνεις γι’ αυτό;”

Ο Γιώργος Ακριβόπουλος άνοιξε τον φάκελο, έριξε μια ματιά στις φωτογραφίες χωρίς όμως να τις βγάλει από μέσα, έχασε το χρώμα του για μια στιγμή και μετά εκνευρισμένος του είπε:

“Μ’ εκβιάζεις;”

“Δεν είσαι σε θέση να το διαπραγματεύεσαι, αγορίνα μου. Τι περίμενες δηλαδή, να μην το μάθει, αφού την έχεις φλομώσει στο ψέμα και δεν προσέχεις καθόλου, απορώ κιόλας, γλύκισμα είναι το γυναικάκι σου”.

“Δεν είναι για τα μούτρα σου!”

“Αυτό θα το δούμε. Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις;”

“Πώς ξέρω ότι δεν έχεις κρατήσει αντίγραφα; Πώς θα είμαι σίγουρος ότι δεν θα το μάθει;

“Πρέπει να μ’ εμπιστευτείς. Δεν έχεις και πολλές επιλογές έτσι όπως το βλέπω εγώ. Με τρία χιλιάρικα παίρνεις τον φάκελο και τα ξεχνάω όλα”.

Αιφνιδιασμένος, του ζήτησε να το σκεφτεί και να περάσει απ’ το γραφείο του σε μια βδομάδα.

«Δεν είσαι σοβαρός. Σε μια βδομάδα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο. Θα σου τηλεφωνήσω σε δυο μέρες. Έχω το τηλέφωνό σου απ’ τη γυναίκα σου. Ελπίζω, για το καλό σου, να πάρεις τη σωστή απόφαση».

Σκέφτηκε να περάσει απ’ το γραφείο του, αλλά δεν είχε μυαλό για άλλη υπόθεση. Από το να γδύνει τη Φωτεινή στο μυαλό του ξανά και ξανά, προτίμησε να πάει στη λέσχη ν’ αβγατήσει την προκαταβολή. Ένιωθε τυχερός. Σίγουρα θα είχε καλό χαρτί. Πράγματι είχε, και όλα θα είχαν πάει καλά αν έφευγε όσο κέρδιζε. Αλλά ποτέ δεν ήξερε πότε πρέπει να φύγει.

Ένας λόγος παραπάνω να δεχτεί τη Φωτεινή αύριο στο γραφείο του. Την είχε ταράξει στα μισόλογα. Αλλά θα έπεφτε το πεντακοσάρι και θα προετοίμαζε και το έδαφος.

«Έλα καλή μου στις έξι, έχω κάποια νέα».

Η Φωτεινή ήρθε ντυμένη στην τρίχα, κάτι που τον έκανε να σκεφτεί ότι ή είναι έτσι πάντα περιποιημένη ή ότι σκέφτονται το ίδιο πράγμα. «Πείτε μου κύριε Παπαδόπουλε».

«Πάνος για σένα καλή μου, δεν χρειάζεται να κρατάμε τους τύπους. Δεν σου τηλεφώνησα από προχθές γιατί ψάχνω κάτι. Είναι μια φοιτήτρια, με την οποία κυκλοφορούν μαζί μέσα στο Πανεπιστήμιο και κλείνονται στο γραφείο του, αλλά δεν έχω ακόμη αποδείξεις. Μπορείς να περιμένεις μια-δυο μέρες; Όσο προσεκτικοί και να είναι, θα το κάνουν το λάθος και τότε θα σου πω με σιγουριά. Έλα, μην κατσουφιάζεις, δεν θέλω να βλέπω στενοχωρημένο το μουτράκι σου».

«Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι…»

«Μην σκέφτεσαι έτσι. Σύντομα θα ξέρουμε».

«Η αμοιβή σας. Σου. Καλό βράδυ».

«Να σου βάλω ένα ποτό;»

«Την επόμενη φορά».

Την άλλη μέρα το μεσημέρι, ο Γιώργος Ακριβόπουλος δέχτηκε ένα τηλεφώνημα με απόκρυψη, τη στιγμή που βγήκε από το Πανεπιστήμιο. Ο μπαγάσας ήθελε να το ξέρει ότι τον παρακολουθεί.

«Αποφάσισες λεβέντη μου; Ήμουν στη γειτονιά σου και είπα να μην το καθυστερούμε άλλο». Ο Γιώργος το είχε σκεφτεί, το είχε σκεφτεί από χίλιες πλευρές, αλλά και τι να κάνει; Να πάει στην Αστυνομία να πει ότι τον εκβιάζουν; Ούτε καν το όνομα του ντετέκτιβ δεν ήξερε. Αν έδινε τα λεφτά είχε μια μικρή πιθανότητα να σώσει το γάμο του. Θα έβαζε μυαλό από κει και πέρα. Την αγαπούσε τη Φωτεινή. Αυτές τις δυο μέρες το είχε καταλάβει περισσότερο από ποτέ.

«Σε δυο ώρες στη Μαβίλης, θα φοράω ένα γαλάζιο τι-σερτ. Τρία χιλιάρικα, μετρητά όπως είπαμε. Είμαστε εντάξει; Αλλιώς…»

«Σύμφωνοι τον σταμάτησε. Αλλά θέλω να μου ορκιστείς στην αντρική σου τιμή…»

«Έχω από καιρό χάσει την ψυχή μου αγόρι μου. Αλλά ο αναμάρτητος…»

«Κάνω βλακεία που στα δίνω, το ξέρω».

«Να της τηλεφωνήσω τότε μήπως εκείνη δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το φάκελο;»

«Παλιάνθρωπε!»

Αφού του έδωσε τον φάκελο (είχε βεβαίως κρατήσει αντίγραφα) και πήρε τα λεφτά, σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου της πριν καν μπει καλά-καλά στο ταξί.

“Τα νέα δεν είναι καλά. Σ’ τα φοράει, γλύκα. Πέρνα στις έξι απ’ το γραφείο μου να σ’ τα πω αναλυτικά και μετά πάμε για ένα ποτό”.-

(Δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Ιανουάριο του 2021)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s