Ένα σπασμένο μπουκάλι

BONSAISTORIES2 WEEKS AGO 1

Η δουλειά μου είναι να παίρνω τα μπουκάλια από τη γραμμή παραγωγής και να τα τοποθετώ στα κιβώτια. Ο επόμενος κλείνει τις κούτες και βάζει κολλητική ταινία. Είμαι πάντα προσεκτικός. Ο προϊστάμενος δεν συγχωρεί τα λάθη. Πρέπει να πιάνω τα μπουκάλια προσεκτικά και να μη μου πέσει κανένα. Πρέπει να βάζω σε κάθε κούτα ακριβώς οκτώ, ούτε λιγότερα, ούτε περισσότερα.

Σήμερα δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Καθώς κρατούσα το έβδομο μπουκάλι στο δεξί μου χέρι κι ετοιμαζόμουν να το βάλω στην κούτα, χωρίς καμιά προειδοποίηση γλιστράει και πέφτει φαρδύ-πλατύ στο πάτωμα. Τα γυαλιά πετάχτηκαν τριγύρω και το αλκοόλ με τη χαρακτηριστική μυρωδιά του, πλημμύρισε το χώρο.

Ευτυχώς ο προϊστάμενος δεν ήταν εκεί. Τον είχε φωνάξει ο διευθυντής στο γραφείο και ίσως μπορούσε να γίνει κάτι, να διορθωθεί το κακό πριν το καταλάβει. Ο διπλανός μου ανέλαβε να κάνει και τη δική μου δουλειά κι εγώ έτρεξα στην αποθήκη να φέρω σκούπα, ένα κουβά, σφουγγαρίστρα, τα όργανά μου στην συγκάλυψη της καταστροφής.

Καθώς μάζευα τα γυαλιά, ένα κομμάτι καρφώθηκε στο χέρι μου. Πόνεσα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε αυτό. Σκεφτόμουν ότι αν το δει ο «ψηλός» θα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγε καλά. Το έδεσα μ’ ένα πανί όπως-όπως. Σε δέκα λεπτά δεν φαινόταν τίποτα. Μόνο το οινόπνευμα μύριζε λίγο, αλλά έτσι κι αλλιώς όλο το εργοστάσιο μύριζε αλκοόλ. Συμφωνήσαμε με τους άλλους να μην πούμε τίποτα. Κανείς δεν τον πήγαινε τον προϊστάμενο έτσι κι αλλιώς.

Ήρθε όμως ο «ψηλός» μετά από λίγο. Αφού επιθεώρησε την κατάσταση, ήρθε προς το μέρος μου. «Πώς κόπηκες εσύ;» με ρώτησε. «Δεν πιστεύω να έσπασες κανένα μπουκάλι;» «Όχι κύριε προϊστάμενε, στο σπίτι μου κόπηκα με το μαχαίρι για τη σαλάτα». «Δεν πιστεύω να μου λες ψέματα! Ξέρεις, ότι αν κάτι δεν ανέχομαι είναι το ψέμα. Εσείς οι άλλοι τι λέτε;» ρώτησε απειλητικά. Κανείς δεν απάντησε για ένα δραματικό λεπτό, μέχρι που ο διπλανός μου έσπασε τη σιωπή. «Όλα καλά, κύριε προϊστάμενε, δεν έγινε τίποτα».

Όταν έφυγε ο «ψηλός», τον αγκάλιασα και τον ρώτησα το όνομά του. Έξι μήνες δούλευα σ’ αυτό το μπουρδέλο και δεν ήξερα τ’ όνομά του. Ούτε κι αυτός ήξερε το δικό μου. Στο διάλειμμα κάναμε ένα τσιγάρο μαζί και με ρώτησε πώς είναι το χέρι μου. Κι άλλοι συνάδελφοι με ρώτησαν. Από εκείνη την ημέρα σταμάτησα να γκρινιάζω στη γυναίκα μου για τη δουλειά. Μια φορά, έπιασα τον εαυτό μου να σφυρίζει πηγαίνοντας προς τα εκεί._

ΕΥΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s