Παρουσίαση βιβλίου: «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση – Ανιχνεύοντας διαδρομές κινηματικής αντίστασης στην κυρίαρχη ψυχιατρική»

AIKATERINI TEMPELI

«Όχι μόνο τα άτομα με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και πολύπλοκες ανάγκες, αλλά μια ολοένα διευρυνόμενη πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκει όλο και πιο στενό -αφόρητα περιορισμένο- τον κοινωνικό χώρο στον οποίο την εξαναγκάζουν να ζήσει. Υπάρξεις ακρωτηριασμένες, που νιώθουν να καταπιέζονται και να βιάζονται, μέχρι και να απονεκρώνονται στις πιο μύχιες πλευρές της υπόστασής τους. Κανόνες, ρυθμίσεις, ταμπού, απαγορεύσεις, καταπίεση. Διακρίσεις ταξικές, εκπαιδευτική ανισότητα και αποκλεισμός, διακρίσεις φυλής, φύλου, ρόλων, ταπεινώσεις διαφόρων ειδών, ανεργία κι επισφαλής εργασία, ακραία υλική στέρηση. Αυτά είναι τα συστατικά της κατεστημένης νόρμας για τους πολλούς και, πρωτίστως, για τη σημερινή νεολαία (την πρώτη «νέα γενιά» μεταπολεμικά που, όπως επισημάνθηκε, πρόκειται να ζήσει «χειρότερα από τους γονιούς της»). Από εδώ και πηγάζει η πέτρα που θρυμματίζει και η φωτιά που καίει την κατεστημένη Κοινωνική Τάξη και τις υλικές και συμβολικές της εκφράσεις…» (24/12/2008)

Το βιβλίο για το οποίο θα γίνει λόγος σήμερα εδώ, κυκλοφορεί απ’ τις…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.210 επιπλέον λέξεις

Αύριο τα εγκαίνια του βιβλιοπωλείου «Μονόκλ»: Φειδίου 11, στις 12.30 μ.μ.

AIKATERINI TEMPELI

Καιρό το ετοίμαζε αυτό το βήμα, ο αγαπημένος φίλος κι εξαιρετικός ποιητής, Αντώνης Τσόκος… Το καλοκαίρι που μας πέρασε, έβλεπα μέσα απ’ τις λίγες φωτογραφίες που δημοσίευε στο Instagram το χώρο που διάλεξε στην οδό Φειδίου στον αριθμό 11, σιγά σιγά να μεταμορφώνεται, να παίρνει χρώμα, να στολίζεται με το γούστο του.

Διάλεξε αποχρώσεις του πράσινου κι είναι σα να μυρίζει ο αέρας μας μέντα. Κι η κίτρινη πόρτα του, το κίτρινο όμικρον της επιγραφής του «Μονόκλ», μας ενσταλλάσει την τόσο απαραίτητη αισιοδοξία που φέρνει ο ήλιος τις γκρίζες μέρες. Μια μικρή χειροποίητη όαση, έφτιαξε λοιπόν.

Μια όαση, για όσ@ αγαπάμε το βιβλίο και ξέρουμε πως θα βρούμε εκεί, στις κομψές γωνιές αυτού του ζεστού χώρου με τις προσεγμένες λεπτομέρειες, τους επιλεγμένους τίτλους που ψάχνουμε. Με τη συνοδεία καλής μουσικής κι ακόμη καλύτερης συζήτησης, μαζί του.

Μ’ αρέσουν τα ρίσκα, τα νέα ξεκινήματα, η τόλμη που έχουν άνθρωποι όπως…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 55 επιπλέον λέξεις

«Γυναίκες στη φυλακή» της Μαρίας Φαφαλιού: Κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»

AIKATERINI TEMPELI

Μια πρώτη γνωριμία με τις ποινικές κρατούμενες στις ελληνικές φυλακές. Μέσα από δικές τους μαρτυρίες, ποιήματα, σκίτσα, ημερολόγια, φωτογραφίες, πλαισιωμένες από τον λόγο εκείνων που τις γνώρισαν από κοντά, καθώς και από τον λόγο των ειδικών. Γνωστές και άγνωστες πτυχές από τη ζωή στα Καταστήματα Κράτησης Γυναικών. Το «πριν» από τη φυλακή. Το «μετά» τη φυλακή. Ιστορίες που δεν ξέρουμε, ή που τάχα δεν ξέρουμε. Γυναίκες τόσο μακριά και συνάμα τόσο κοντά μας. Ένα ταξίδι σ’ αυτόν τον γνωστό / άγνωστο κόσμο. Έναυσμα για σκέψη και για δράση – από την Πολιτεία πρώτιστα, αλλά και από καθέναν από μας.

Το βιβλίο, που περιλαμβάνει πάνω από 100 εικαστικά, προλογίζει ο Συντονιστής του «Δικτύου Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών» Κλήμης Πυρουνάκης.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Η ύστατη ώρα

BONSAISTORIES5 DAYS AGO 0

Και εξαπάτησα, και έκλεψα, και λήστεψα, και βίασα, και σκότωσα. Αλλά Εσύ Άγγελε που φέρεις το φως, Εωσφόρε, δεν μου εμφανίστηκες, κι ας Σε κάλεσα τόσες φορές και με τόσους τρόπους. Και ας άφηνα παντού το σημάδι σου. Από το ικρίωμα τώρα Σου φωνάζω: γιατί μ’ εγκατέλειψες;

Τα ανθρωπάκια που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν τον μαρτυρικό μου θάνατο, νομίζουν ότι φωνάζω τον Θεό τους. Και σ’ αυτό ακόμη τους ξεγέλασα, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου. Η απόφασή μου είναι αμετάκλητη. Δεν θα ζητήσω έλεος. Δεν θα ζητήσω συγγνώμη. Έδιωξα τον παπά με βρισιές και κατάρες και όλες τις εννοούσα. Ζητώ απ’ το δήμιο να μη μου φορέσει την κουκούλα και ίσως γι’ αυτό μου το θάρρος ανταμείβομαι. Μέσα από τα μάτια του δήμιου, που αποκτούν μια απόκοσμη λάμψη, επιτέλους Σε βλέπω.

Ο χρόνος σταματά. Ο χρόνος διαστέλλεται. Γυρνάει το μυαλό μου πίσω, πίσω. Πίσω τότε που έκανα τον πρώτο μου φόνο. Αγκάλιαζες το χέρι μου, μαζί δίναμε τις μαχαιριές ξανά και ξανά. Αχ γιατί μου το φανερώνεις τώρα μόνο; Πόσα ακόμη θα είχα κάνει για Σένα αν μου το ζητούσες. Απέκτησα πλούτη, γεύτηκα το ανθρώπινο αίμα, ταπείνωσα ισχυρότερους δήθεν από μένα, αλλά ήμουν πάντα μόνος.

Πόσες φορές δεν έχασα το θάρρος μου, αναρωτήθηκα μήπως δεν υπάρχεις, μήπως δεν είσαι παρά μια κατασκευή των πιστών… αλλά σκεφτόμουν πώς να μην υπάρχεις Εσύ και να υπάρχω εγώ, που ήμουν φτιαγμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Σου; Το εξώγαμο παιδί ενός ληστή και μιας πόρνης, φιλομαθής στο σχολείο όσο και νταής, δεν θα είχα τελειώσει το γυμνάσιο, αν δεν ήμουν ο προστατευόμενος του διευθυντή γιατί ικανοποιούσα τις σεξουαλικές ορέξεις του. Διάλεξα το επάγγελμα του Δικαστή για να βγάλω χρήματα, πολλά χρήματα, με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, αλλά και για να αλαφρύνω την τύχη των ομοίων μου.

Αυτή ήταν η βιτρίνα μου και πίσω απ’ αυτήν η πραγματική ζωή μου. Βιασμοί, δολοφονίες, εγκλήματα που μου χάριζαν στιγμιαία μόνο ευχαρίστηση. Ποτέ δεν ήταν αρκετά, ατελείωτος ο Γολγοθάς μου μέχρι να Σε συναντήσω, να γίνω ένα με το σκοπό της ζωής μου.

Τελετές σατανιστών κανείς απ’ τους οποίους δεν είχε την τιμή να Σε γνωρίσει. Ανόητες και λίγες μου φαίνονται τώρα. Κάποιοι από μας Σε λάτρευαν μέχρι τα βάθη της ύπαρξής τους. Όμως Εσύ, άφαντος, ακατάληπτος, ασύλληπτος, όπως ταιριάζει σ’ έναν πραγματικό Θεό.

Καταδικασμένος σε θάνατο, έλπιζα ότι έστω μετά από αυτόν, οι άγγελοί Σου θα με συνοδεύσουν κοντά σου, αλλά η αμφιβολία μου δεν ήταν μικρότερη απ’ αυτή που νιώθει ένας χριστιανός για τον Θεό του. Εσύ όμως έδειξες έλεος, μου φανερώθηκες έστω την ύστατη ώρα.

Τώρα το καταλαβαίνω. Θα φοβόσουν, αν Εσύ φοβάσαι κάτι, ότι την έσχατη στιγμή θα δειλιάσω και θα ζητήσω την προστασία του εχθρού Σου. Ότι θα μετανιώσω ειλικρινά κι εκείνος θα με συγχωρέσει, όπως έχει γίνει με τόσους πριν από μένα. Λίγοι οι εκλεκτοί Σου μέχρι τέλους, το γνωρίζω.  Δεν φοβήθηκα ν’ αντικρύσω τον θάνατο, δεν άλλαξα την πίστη μου και ίσως γι’ αυτό μου το θάρρος ανταμείφθηκα.

Αιωρούμαι, το σώμα μου απομένει σάρκα κενή, αλλά η ψυχή μου τα βλέπει όλα αυτά και γελάει. Είμαι επιτέλους ευτυχισμένος. Οι άγγελοί σου με συνοδεύουν μέσα σ’ ένα έκλαμπρο πορφυρό φως. Δόξα Σοι, Κύριε, Δόξα Σοι.

ΕΥΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Ημέρα Ανεξαρτησίας

BONSAISTORIES3 DAYS AGO 

Άνοιξα τα μάτια μου και για ένα λεπτό αναρωτήθηκα  πού είμαι. Γιατί οι τοίχοι είναι γαλάζιοι, γιατί ο ήλιος μού χαϊδεύει το πρόσωπο, γιατί βρίσκομαι κάτω στο πάτωμα πάνω σ’ ένα στρώμα.

Aμέσως το μυαλό μου καθάρισε. Ήταν η πρώτη μέρα που ξυπνούσα στο δικό μου-κατάδικό μου σπίτι. Έμεινα για λίγο ξαπλωμένη ν’ απολαύσω τη στιγμή, περιεργάστηκα τις κούτες που ήταν τοποθετημένες στο δωμάτιο και σηκώθηκα να φτιάξω καφέ. Είχα προνοήσει την προηγούμενη, καφές, ζάχαρη, γάλα, κι ένα κρουασάν με περίμεναν στην κουζίνα μου.Πήρα τον καφέ και κάθισα στο στρώμα μου. Είχε έρθει η ώρα να καπνίσω το πρώτο πρωϊνό τσιγάρο, χωρίς τη γκρίνια της μητέρας μου γι αυτή μου τη συνήθεια. Το κινητό έδειχνε 11πμ. Ήταν Κυριακή και η μέρα ήταν κι αυτή δική μου-κατάδική μου.

Έβαλα μουσική στο κινητό και αποφάσισα να χαλαρώσω. Σήμερα θ’ ανοίξω μόνο την κούτα με τα ρούχα, έτσι κι αλλιώς η δουλειά ξεκινάει από την επόμενη βδομάδα. Πωλήτρια; Πωλήτρια. Αν περίμενα να βρω κάτι σχετικό με τις σπουδές μου δεν θα έφευγα ποτέ από τη φωλιά. Και το είχα ανάγκη να φύγω. Μεγάλες οι φτερούγες της μαμάς κι εγώ είχα χρόνια βγει απ’ το αυγό. Αλλά ούτε εκείνη το πίστευε και υπήρχε κίνδυνος εγώ να το ξεχάσω.

Τι ωραίο να ξυπνάς μόνη σου και το μυαλό σου ν’ απασχολείται με τις δικές σου σκέψεις. Το κεφάλι μου είχε καθαρίσει, ήδη έβλεπα τη ζωή αλλιώς. Άρχισα να νιώθω τα θέλω μου, πέρα από το μόνιμο «θέλω να φύγω απ’ το σπίτι». Ήθελα να δουλέψω, ήθελα να μείνω για ένα εξάμηνο χωρίς γκόμενο, ήθελα να μάθω τη γειτονιά μου, να πηγαίνω μόνη μου για φαγητό και για καφέ, να διαβάσω, ν’ ακούσω μουσικές, να ταξιδέψω. Ήθελα ένα γατί.

Έβγαλα από την τσάντα το ημερολόγιό μου και σημείωσα τις σκέψεις μου. Μετά βγήκα στο μικρό μου μπαλκονάκι να θαυμάσω την όχι και τόσο σπουδαία θέα. Αλλά πάλι κάτι βρήκα που μου άρεσε. Οι απέναντι είχαν φυτέψει γεράνια και γιασεμί. Έπιασα γρήγορα το τετράδιό μου. Θέλω λουλούδια, πρόσθεσα.

Κατά τις 12.30 πήρε τηλέφωνο ο «σε διάσταση-θα χωρίσω-εδώ και δύο χρόνια» γκόμενός μου. Έφαγε σουτ με συνοπτικές διαδικασίες. Ήμουν επιτέλους ελεύθερη. Το σημείωσα κι αυτό στο ημερολόγιο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας». Ξαναρίχνω τα ζάρια και το παιχνίδι αλλάζει μονομιάς. Αυτό ίσως είναι το πιο όμορφο απ’ όλα.

Αμέσως σχημάτισα στο κινητό τον  αριθμό της κολλητής μου. Νέα που δεν ανακοινώνονται στην κολλητή δεν είναι νέα.

«Έλα, Μαρίνα, το ’κανα!»

«Ναι βρε μπράβο! Πώς σου φαίνεται το καινούργιο σπίτι;»

«Δεν εννοώ αυτό. Χώρισα με τον Γιώργο. Και μάλιστα του το ανακοίνωσα από το τηλέφωνο».

Σιγή…

«Δεν θα πεις κάτι;»

«Ε με ξαφνιάζεις… νόμιζα ότι ποτέ δεν θα το αποφάσιζες ό,τι κι αν σου λέγαμε εμείς. Το σκέφτηκες καλά; Είσαι σίγουρη; Πώς νιώθεις;»

«Νιώθω τέλεια! Έπρεπε να γίνει. Δεν έβγαζε πουθενά. Άσε που θέλω να μείνω μόνη για λίγο καιρό, κανέναν δεν θέλω. Αν σου πω ότι σκέφτομαι να τον πάρω τηλέφωνο να με βρίσεις. Σε παρακαλώ».

«Θέλεις να έρθω από εκεί;»

Το σκέφτηκα λίγο. Άλλωστε ένας από τους λόγους που ήθελα το δικό μου σπίτι ήταν να δέχομαι τις φίλες και τους φίλους μου όποτε θέλω. Αλλά αυτή την ημέρα την ήθελα για μένα. Να καθίσει μέσα μου η ελευθερία. Να δω αν θα νιώσω μοναξιά.

«Ευχαριστώ, Μαρίνα μου. Έλα αύριο το πρωί για καφέ. Σήμερα κάνω το ναυαγό στο χαμένο νησί. Νιώθω την ανάγκη να μείνω μια ολόκληρη μέρα μόνη μου. Δεν το έχω ξαναζήσει ποτέ αυτό. Ελπίζω να μη σε πειράζει».

«Τι είναι αυτά που λες; Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Σε ζηλεύω, φιλενάδα. Δεν ξέρω αν θα είχα τα κότσια να κάνω αυτό που έκανες».

Αφού το κλείσαμε, πήρα το ημερολόγιό μου και σημείωσα: Η Μαρίνα νιώθει περήφανη για μένα. Λιγάκι κι εγώ. Το έβαλα πάλι στην τσάντα μου κι ετοιμάστηκα να βγω για φαγητό. Υπήρχε κοντά στο σπίτι ένα συνοικιακό ταβερνάκι. Θα πήγαινα μόνη μου για φαγητό. Άλλη μια προσωπική νίκη.

Έριξα μια τελευταία ματιά στο σπίτι Μου, κλείδωσα με τα κλειδιά Μου και τραγουδώντας πετάχτηκα έξω. Ζούσα για πρώτη φορά έξω από τη ζώνη ασφάλειάς μου και το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρο, υπέροχο.

Στην ταβέρνα με κοίταζαν λίγο περίεργα αλλά δεν  μ’ ένοιαζε. Εγώ γιόρταζα κι αυτό το πάρτι ήταν για έναν. Έκανα μια σύντομη βόλτα στη νέα μου γειτονιά και γύρισα σπίτι. Το βραδάκι τηλεφώνησα στη μητέρα μου που με είχε ταράξει στις κλήσεις.

«Όλα καλά, μαμά. Το κοριτσάκι σου ενηλικιώνεται».

ΕΥΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Όλα θα γίνουν όπως πριν

Ο Νίκος είχε μείνει άστεγος εδώ κι έναν μήνα. Είχε καλή θέση σ’ ένα εργοστάσιο, προϊστάμενος του τμήματος παραγωγής, κουραστική δουλειά και μονότονη, αλλά τα λεφτά ήταν αναλόγως καλά. Όμως το εργοστάσιο έκλεισε και τους πέταξαν όλους έξω με κουτσουρεμένη αποζημίωση. Για λίγους μήνες τον κράτησαν αυτά τα χρήματα, το ταμείο ανεργίας και οι λιγοστές οικονομίες του, αλλά μετά άρχισε να χρωστάει κοινόχρηστα και νοίκια.

Τι να πρωτοσκεφτεί, να δώσει στο παιδί του να φάει, ή να πληρώσει το νοίκι και τα δύο δεν γίνονταν. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν καλός άνθρωπος, έκανε υπομονή, αλλά χρειαζόταν το ενοίκιο γιατί ο γιος του ήταν κι αυτός άνεργος και δεν έβγαιναν με τη σύνταξή του. Τον πήρε στην αρχή με το καλό, “δίνε μου τα λίγα-λίγα”, αλλά μηδέν από μηδέν ίσον μηδέν, αφού δεν είχε καθόλου έσοδα ο Νίκος δεν μπορούσε ούτε αυτή τη συμφωνία να τηρήσει. Ύστερα από πέντε μήνες απλήρωτους του έκανε την έξωση.

            Δεν πήρε από το σπίτι παρά μόνο δυο βαλίτσες με λίγα ρούχα δικά του και του παιδιού και μερικά απ’ τα παιχνίδια του. Πριν έρθει ο κλητήρας, προσπάθησε να εξηγήσει στο Γιώργο, να βάλει σε λέξεις ό,τι το παιδί είχε έτσι κι αλλιώς καταλάβει. Έλπιζε κάποτε να μπορέσει να τον συγχωρήσει γι’ αυτό που του έκανε.

            “Γιωργάκη θα πρέπει να φύγουμε απ’ το σπίτι μας για λίγο καιρό γιατί δεν έχω πια χρήματα να το πληρώνουμε. Θα κοιμόμαστε έξω, όπως σου αρέσει -θυμάσαι πόσες φορές μου έλεγες να κοιμόμαστε στο μπαλκόνι το καλοκαίρι;- σε μια πλατεία που είναι κι άλλοι άνθρωποι που τους έχουν διώξει απ’ το σπίτι τους κι από την πατρίδα τους και θα κάνουμε πολλούς καινούργιους φίλους. Θα σταματήσεις για φέτος το σχολείο που το βαριέσαι, θα είναι σαν να κάνουμε διακοπές . Θα είναι μόνο για λίγο καιρό αγόρι μου, σύντομα θα βρω άλλη δουλειά και θα πάμε σε καινούργιο σπίτι και όλα θα γίνουν όπως πριν”.

            Ο Γιώργος έπεσε στην αγκαλιά του. “Μην ανησυχείς μπαμπά, όσο είμαστε μαζί δεν με νοιάζει τίποτα. Μόνο πάρε με μαζί σου, μη με βάλεις σε κανένα ίδρυμα. Θα βρω κι εγώ δουλειά, θα σε βοηθάω”.

            Σφίχτηκε η καρδιά του Νίκου, παραλίγο να τον πάρουν τα κλάματα, αλλά κρατήθηκε για χάρη του παιδιού. “Σ’ ευχαριστώ αγόρι μου” του είπε μόνο και τον φίλησε στα μάγουλα. “Έλα τώρα, πάμε να φύγουμε από δω”. Έκλεισε την πόρτα, την κλείδωσε και στον κάδο που ήταν έξω απ’ την πολυκατοικία, πέταξε τα κλειδιά.

Είχε σκεφτεί πολύ το πού να πάνε και αποφάσισε ότι η καλύτερη λύση ήταν η πλατεία Βικτωρίας. Είχε περάσει κάνα-δυο φορές πριν χάσουν το σπίτι τους να δει πώς είναι τα πράγματα εκεί. Κυρίως Σύριοι και Πακιστανοί, αλλά κι άνθρωποι από άλλες χώρες,  όλες τις γλώσσες άκουσε.

            Ανάμεσα στον κόσμο θα χάνονταν κι αυτοί και τουλάχιστον θα είχαν ένα πιάτο φαΐ, δεν θ’ αναγκαζόταν να ζητιανεύει. Πέρα απ’ αυτό, τους πρόσφυγες τους πονούσε, είχε βοηθήσει κι αυτός μια οικογένεια όταν είχε λεφτά, πονεμένοι άνθρωποι ήταν, ξεριζωμένοι, σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν.

            Η πρώτη νύχτα ήταν η πιο δύσκολη απ’ όλες, άγνωστος ακόμη και μόνος, με δυο βαλίτσες και δυο χαρτόκουτα αντί για κρεβάτια. Χαμογέλασε όμως η ψυχή του, όταν πριν βολευτούν όπως-όπως για να κοιμηθούν, ο Γιώργος του είπε ότι έκανε ήδη μια φίλη. Ήταν η Λάϊλα, ένα χαριτωμένο σκουρόχρωμο κοριτσάκι, που ήταν με τη μαμά της στη διπλανή σκηνή.

            Ο Νίκος είχε συμπαθήσει τη μικρή όπως και τη μαμά της. Έβλεπε με τι τρυφερότητα φερόταν στο παιδί, πόσο καλή κι ευγενική έδειχνε.

Πέρα απ’ αυτά, ήταν όμορφη και τα τα μάτια της ήταν ζεστά, καλοσυνάτα και φωτεινά σαν πετράδια. Μέσα από το φαρδύ της φόρεμα δεν μπορούσε να δει, αλλά αυτό τον έκανε να φαντάζεται το καλλίγραμο σώμα της και να τη θέλει ακόμη περισσότερο, όσο περνούσαν οι μέρες. Δεν είχε ξανανιώσει έτσι από τότε που πέθανε η γυναίκα του πριν από πέντε χρόνια.

“Καλημέρα, τι κάνεις; Είμαι ο Νίκος, βρήκε το θάρρος να τη μιλήσει μια εβδομάδα μετά. Τα παιδιά μας κάνουν παρέα, καιρός να γνωριστούμε κι εμείς” είπε χαμηλόφωνα για να μην την τρομάξει “μιλάς ελληνικά;” Η Χαμπίμπα μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα γιατί είχε φιλοξενηθεί για έξι μήνες σ’ ένα ξενώνα. Όμως άλλοι πήραν τη θέση της, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις και βρέθηκε κι αυτή στο δρόμο. Της είχαν δώσει όμως μια σκηνή και μερικά ρούχα. Του είπε στην αρχή μόνο τ’ όνομά της και ότι είχε έρθει απ’ τη Συρία.

            “Εσύ όμως πώς βρέθηκες εδώ; εδώ είναι μόνο ξένοι” τον ρώτησε με την απορία σχηματισμένη στα μάτια της. Όσοι έλληνες είχε γνωρίσει μέχρι τότε ήταν σε καλύτερη μοίρα απ’ αυτήν.

            Ο Νίκος της άνοιξε την καρδιά του. Ήθελε να μοιραστεί μαζί της τα πάντα. Ακούγοντάς τον, πήρε λίγο θάρρος κι εκείνη και του μίλησε λίγο παραπάνω.

            “Ο άντρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Το σπίτι μας καταστράφηκε, δεν έχει μείνει τίποτα για μας εκεί. Ήθελα να πάω στη Γερμανία, σ’  έναν θείο μου, όμως όταν μας διώξανε απ’ τον ξενώνα και ήρθαμε εδώ, έδωσα τα χρήματά μου, ό,τι είχα και δεν είχα, σε κάποιον που με κορόιδεψε. Έτσι δεν έχω πάλι τίποτα κι εδώ. Κάθομαι απλά και περιμένω”.

            Κάτι σαν να φοβόταν όμως και ύστερα από λίγες μέρες ο Νίκος κατάλαβε τι ήταν. Κάποιοι απ’ τους Σύριους, που τους έβλεπαν να μιλάνε και τα παιδιά τους να κάνουν παρέα, δεν το έβλεπαν με καλό μάτι.

            “Τι θες και μιλάς μ’ αυτόν; Αν σ’ ακουμπήσει θα τον σπάσω στο ξύλο. Με ΄μας πρέπει να κάνεις παρέα, όχι με τους άπιστους. Τον είδα που σου έδωσε δέκα ευρώ το πρωί. Ένα πράγμα μόνο θέλει από ‘σένα να είσαι σίγουρη και μετά θα σε παρατήσει” της είχε πει ένας δικός της. Τον έδειχνε και φώναζε, ο Νίκος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς της έλεγε, αλλά ήταν φανερό ότι αναφέρονταν σ’ αυτόν, την πίεσε και του τα εξομολογήθηκε όλα, ήταν άλλωστε και δικές της αγωνίες, το έβλεπε στα μάτια της.

             Εκείνος ήθελε να της πει ότι είχε να νιώσει έτσι χρόνια, ότι την είχε αγαπήσει κι αυτήν και τη μικρή Λάιλα κι ότι θα έκανε τα πάντα γι’ αυτές, ήθελε να την αγγίξει. Αλλά τι μπορούσε να της προσφέρει, πέρα από ένα χαρτζιλίκι απ’ τον κολλητό του,  που το μοιραζόταν μαζί της όταν τον επισκεπτόταν. Αγάπες κι έρωτες στην πλατεία Βικτωρίας, θα γελάνε και τα παγκάκια, σκεφτόταν και τα κρατούσε όλα μέσα του.

            Αποφάσισε όμως να μην κάνει πίσω. Της κρατούσε συντροφιά, μιλούσαν χαμηλόφωνα με τις ώρες τα βράδια που οι άλλοι κοιμόντουσαν, εξασφάλιζε γι’ αυτήν μια μερίδα φαγητό παραπάνω, προσπαθούσε να κρατήσει τις ελπίδες της ζωντανές, όπως έκανε κι αυτή για εκείνον χωρίς να το ξέρει. Η Χαμπίμπα είχε αρχίσει να τον εμπιστεύεται, αλλά ήταν πάντα επιφυλακτική, όπως θα ήταν ο  καθένας που θα είχε περάσει τα βάσανά της. Ωστόσο, η «καλημέρα» του ήταν ένας λόγος να σηκωθεί το πρωί, ν’ αντέξει άλλη μια μέρα στην πλατεία χωρίς σκοπό, χωρίς διέξοδο.

*

            Ο κολλητός του ο Μηνάς τον πήρε τηλέφωνο. “Τάξε μου, έχω κάτι να σου πω”.

            “Λέγε σε παρακαλώ μη με κρατάς σε αγωνία, βρήκες καμιά άκρη;”

            “Σου βρήκα δουλειά στη Ρόδο, σερβιτόρος σε ταβέρνα, εφτακόσια ευρώ, σπίτι και φαΐ πληρωμένα, έρχομαι να σ’ τα πω, ραντεβού στο καφενείο του Αλβανού, στη γωνία, σε μισή ώρα”.

            Ο Νίκος έμεινε αποσβολωμένος. Είχε ψάξει για δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά και δεν είχε βρει τίποτα και τώρα αυτό…

            “Σ’ ευχαριστώ, φίλε, σ’ ευχαριστώ, ο Θεός θα σ’ το ξεπληρώσει. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί”.

            Ζήτησε απ’ τη Χαμπίμπα να προσέχει το παιδί και ξεκίνησε αμέσως. Θα έφτανε νωρίτερα, αλλά δεν τον χωρούσε πια ο τόπος. Πέντε τσιγάρα έκανε μέχρι να φανεί ο Μηνάς και να του πει τις λεπτομέρειες. Ένας ξάδερφός του είχε μια ταβέρνα στη Ρόδο κι έψαχνε σερβιτόρο Έλληνα, που να μιλάει και λίγα αγγλικά, να είναι δουλευταράς και τίμιος.

            Ο Νίκος την είχε ξανακάνει αυτή τη δουλειά, σε ταβέρνα στο Πασαλιμάνι και τ’ αγγλικά τα κουτσομιλούσε. Από το καφενείο πήραν τηλέφωνο τον ξάδερφο του Μηνά, τα συμφωνήσανε, θα ξεκινούσε σε μια βδομάδα. Τα χρήματα για τα εισιτήρια θα του τα δάνειζε ο φίλος του και θα του τα έστελνε απ’ το μισθό του σύντομα. “Μη σε νοιάζει γι’ αυτό, σημασία έχει ότι βρήκες και πάλι δουλειά και θα φύγεις από δω” του είπε.

            Ο Νίκος δεν παρέλειψε να ρωτήσει αν μπορούσε να πάρει μαζί και την αρραβωνιαστικιά του, που ήταν ξένη, να μείνουν μαζί στο σπίτι. “Το σπίτι είναι μεγάλο, το παλιό μου πατρικό” είπε ο ξάδερφος, “δεν υπάρχει πρόβλημα”.

            “Ποια είναι αυτή η αρραβωνιαστικιά;” ρώτησε γελώντας ο Μηνάς, όταν έκλεισαν το τηλέφωνο. “Κρυφό ποταμάκι είσαι, τίποτα δεν μου έχεις πει. Για λέγε-για λέγε”.

            Ο Νίκος του είπε για τη Χαμπίμπα και τη Λάιλα και το πρόσωπό του φωτίστηκε ακόμα περισσότερο.

            “Δεν έχω νιώσει έτσι μετά τη Μαρία, Μηνά. Αν δεχτεί να έρθει μαζί μου θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Ίσως χρειαστώ λεφτά για δυο εισιτήρια ακόμη. Ξέρω ότι τα βγάζεις πέρα δύσκολα και ότι κάνω κατάχρηση της φιλίας μας, αλλά θα μπορέσεις να με δανείσεις αν πει το ναι;”

            “Ας πει μωρέ το ναι και θα βρεθεί λύση».

            Η καρδιά του Νίκου πήγαινε να σπάσει από χαρά αν και αμέσως άρχισαν να τον βασανίζουν οι ερωτήσεις. Πώς θα περιμένω μέχρι το βράδυ, να έχουν κοιμηθεί οι υπόλοιποι, να της το πω; Θα έρθει, θα το αποφασίσει;

*

            Ανακάθισε στη χαρτόκουτά του, βολεύτηκε όσο του επέτρεπε η καρδιά του που πετάριζε κι αγωνιούσε και με όσο κουράγιο του είχε απομείνει τη ρώτησε “Λοιπόν, θα ‘ρθεις;” μόλις η Χαμπίμπα βγήκε απ’ τη σκηνή της το επόμενο πρωϊ. Ούτε να την καλημερίσει δεν είχε την υπομονή.

            Η Χαμπίμπα είχε μείνει άυπνη όλο το προηγούμενο βράδυ, προσευχόταν, σκεφτόταν τι πρέπει να κάνει, τι θα ήταν καλύτερο γι’ αυτήν και τη μικρή της Λάιλα. Ο Νίκος το είχε καταλάβει ότι δεν κοιμόταν γιατί στριφογύριζε και σιγομουρμούριζε όλη τη νύχτα. Μάτι δεν είχε κλείσει κι αυτός περιμένοντας την απόφασή της.

            Της είχε φερθεί καλά και ήξερε ότι στην πλατεία Βικτωρίας δεν είχε πολλά να περιμένει. Αλλά και η αποκοτιά να πάει μ’ έναν σχεδόν άγνωστο, χριστιανό, σ’ έναν καινούργιο τόπο και να εξαρτάται απ’ αυτόν, ήταν μήπως ευκολότερη;

            Όμως, του είπε “ναι” και τα μάτια του έλαμψαν, φωτίστηκε το σκαμμένο πρόσωπό του. Ο γιος του ο Γιώργος, η Χαμπίμπα και η Λάιλα τον κράτησαν ζωντανό αυτόν τον τελευταίο μήνα, αυτούς σκεφτόταν κάθε φορά που τα μαύρα σύννεφα της απελπισίας φώλιαζαν πάνω απ’ το κεφάλι του.

            “Δεν θα το πούμε σε κανέναν” της είχε πει “δεν θα μας αφήσουν σε ησυχία αν το μάθουν και μην ανησυχείς για τίποτα, καταλαβαίνω ότι φοβάσαι. Από εδώ που είμαστε, πιο κάτω δεν έχει. Στη Ρόδο θα έχουμε δουλειά και σπίτι, σύντομα θα βρεις κάτι κι εσύ, ξέρεις εκεί έχει πολλούς τουρίστες, θα υπάρχουν πολλά που θα μπορείς να κάνεις”.

*

            Νύχτα φύγανε από την πλατεία οι τέσσερις τους, κρυφά. Θα περιμένανε το πλοίο των έντεκα στον Πειραιά. Έξι ώρες ήτανε το ταξίδι, αλλά ο Νίκος δεν κρατήθηκε άλλο και όταν ανέβαιναν στη σκάλα του καραβιού, παραμέρισε τη μαντίλα της και της ψιθύρισε στο αυτί “Σ’ αγαπώ”.-

Εύη Μυλωνάκη

(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τεύχος 129)

Σ’ τα φοράει γλύκα

Εύη Μυλωνάκη

Πάνος Παπαδόπουλος, Ιδιωτικός Ερευνητής, έγραφε απ’ έξω το γραφείο του, αλλά αυτός συστηνόταν ως Πάνος Παπαδόπουλος, ντετέκτιβ. Δεν ήταν το πραγματικό του όνομα, αλλά δεν του είχαν ζητήσει και ταυτότητα. Ψηλός, αρρενωπός, καλοντυμένος σε νεανικό στυλ, βαστούσε παρά τα εξήντα του χρόνια, αν εξαιρέσεις την κοιλιά από τις μπύρες και το αλκοόλ. Πολλά όμως μπορούσαν να συγχωρήσουν οι γυναίκες για τα σκούρα γαλάζια μάτια του, που του έδιναν μια αγγελική μορφή η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το συναίσθημα που σου δημιουργούσε η υπόλοιπη συμπεριφορά του. Να μην τον εμπιστευτείς. Ίσως γι’ αυτό τον προτιμούσαν οι γυναίκες πελάτισσες (το ίδιο βέβαια τις προτιμούσε κι αυτός), οι οποίες αν ήταν τυχερός και το έπαιζε σωστά, κατέληγαν καμιά φορά στο κρεβάτι του μετά την επίλυση της υπόθεσής τους ή και κατά τη διάρκεια αυτής. Τις πιο πολλές φορές αυτό γινόταν σε περιπτώσεις απιστίας, οπότε και τον χρησιμοποιούσαν για να εκδικηθούν τον σύζυγο. Ήταν και ο μόνος λόγος που έβαζε αγγελία στην εφημερίδα, και οι μόνες υποθέσεις που αναλάμβανε με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να ήταν βαρετές, αλλά είχαν καλά λεφτά και καμιά φορά, μπόνους.

Κατά τα άλλα η πελατεία του προερχόταν από τις διασυνδέσεις που είχε με το χώρο της νύχτας, από τότε που δούλευε μπάρμαν ή πορτιέρης σε κακόφημα μπαρ. Έκανε στο παρελθόν προσπάθεια να ασχοληθεί με εμπορικές απάτες και τα σχετικά, αλλά σ’ αυτό το χώρο καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα.

Η πόρτα του γραφείου πάντοτε κλειστή, ήταν το βασίλειό του, ο χώρος του, καμιά φορά κοιμόταν κιόλας εκεί, όταν είχε πιει λίγο παραπάνω και βαριόταν να οδηγήσει μέχρι το σπίτι.

Ήταν και μεγαλύτερο από το σπίτι του, τριάρι στην Ομόνοια, χώρος υποδοχής και γραμματείας, συνήθως άδειος, περίπου ένα μήνα κρατούσε ο μήνας του μέλιτος με την «κοπέλα» μετά της την έπεφτε ανοιχτά κι εκείνη έφευγε. Δεν έβαζε και μυαλό, διάλεγε πάντα κάτι κοριτσάκια γύρω στα εικοσιπέντε, που είχαν παππού σ’ αυτή την ηλικία.

Το γραφείο του, καπλαμάς καρυδιά, μεγάλο κι επιβλητικό, γεμάτο φακέλους για να δείχνει ότι έχει πολλή δουλειά, σκόνη, κι ένα περίεργο διακοσμητικό, που παραμύθιαζε τους πελάτες του ότι το είχε φέρει από το Μεξικό όταν είχε πάει για μια σημαντική υπόθεση, και πίσω το καμαράκι όπου κοιμόταν ή ξεκουραζόταν. Στο συρτάρι, απαραίτητα «Jack».

Άλλη μια αποπνικτική μέρα, Ιούλιος μήνας με χαλασμένο το κλιματιστικό, είχε ανοίξει τα παράθυρα, την έβγαζε μ’ ένα παλιό ανεμιστήρα οροφής και βάραγε κυριολεκτικά μύγες. Τέσσερις είχε σκοτώσει απ’ το πρωί, με τη μυγοσκοτώστρα πάνω στο γραφείο του, λέγοντάς τους “ή εσύ ή εγώ”, σαν να μπορούσαν να τον ακούσουν, έτσι όπως ήταν τσαλαπατημένες πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Ανακάτευε τους φακέλους του, αλλά τίποτα δεν του φαινόταν αρκετά επείγον ή συναρπαστικό ώστε ν’ ασχοληθεί μαζί του. Είχε όμως ένα προαίσθημα ότι σήμερα κάτι θα συμβεί, κάτι που θα τον γλυτώσει από την αφραγκία και την αγαμία των τελευταίων δύο μηνών.

Επιτέλους χτύπησε το τηλέφωνο. Το άφησε να κουδουνίσει τρεις φορές. Ξερόβηξε, προσπάθησε να κάνει τη φωνή του ν’ ακούγεται πιο νεανική.

“Γραφείο Πάνου Παπαδόπουλου, ντετέκτιβ.”

“Χαίρετε, ο κύριος Παπαδόπουλος;”

“Όχι, είμαι ο βοηθός του, ο κύριος Παπαδόπουλος έχει ένα ραντεβού αυτή τη στιγμή. Τι να του μεταφέρω;”

“Πρόκειται για προσωπικό ζήτημα, θα ήθελα να μιλήσω με τον ίδιο. Τι ώρα μπορώ να καλέσω;”

“Αφήστε μου το όνομα και το νούμερό σας και θα του πω να σας πάρει”.

“Αυτό δεν γίνεται, εκτός αν μου τηλεφωνήσει μέσα στην επόμενη μισή ώρα”.

“Εντάξει, θα του το πω”.

“Ακριβοπούλου, ……….. Μόνο αν μπορεί μέσα στην επόμενη μισή ώρα”.

Η φωνή του άρεσε, νεανική (δεν θα ήταν πάνω από τριάντα-τριανταπέντε), καθαρή, σίγουρη. Προσπάθησε να τη φανταστεί, αλλά σταμάτησε αμέσως. Καλύτερα να μην έχει μεγάλες προσδοκίες. Ένα τέταρτο αργότερα, έβαλε ένα δεύτερο ουίσκι και σήκωσε το ακουστικό.

“Η κυρία Ακριβοπούλου; Με ζητήσατε. Πάνος Παπαδόπουλος, ντετέκτιβ, χαίρετε”.

“Χαίρομαι που προλάβατε να με πάρετε. Δεν έχω πολύ χρόνο. Σε δέκα λεπτά θα είναι εδώ ο άντρας μου”.

“Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω”, ρώτησε, περιμένοντας την αναμενόμενη απάντηση.

“Θέλω να μάθω αν ο άντρας μου με απατά. Σκέφτηκα να τον παρακολουθήσω, αλλά δεν είναι του επιπέδου μου”.

*

Το ίδιο απόγευμα γύρω στις έξι παρά, φόρεσε το σακάκι του, στο χρώμα της άμμου, και αφού βεβαιώθηκε ότι είχε κουμπώσει σωστά τα κουμπιά του μπλε πουκαμίσου του, περίμενε πίνοντας τον διπλό ελληνικό του και καπνίζοντας.

Όταν, στις έξι ακριβώς, η κυρία Ακριβοπούλου χτύπησε την πόρτα του (το κουδούνι ήταν χαλασμένο) και σηκώθηκε να της ανοίξει, δεν πίστευε στην τύχη του. Όχι πάνω από τριανταπέντε, όπως το είχε υπολογίσει, πράσινα μάτια, γαλλική μυτούλα, χείλη για φίλημα, κι ένα τέλειο σώμα που ασφυκτιούσε μέσα σ’ ένα γκρι εφαρμοστό φόρεμα. Έβαλε προστατευτικά το χέρι του πίσω απ’ την πλάτη της, την ακούμπησε ελαφρά και της ζήτησε να καθίσει.

“Θα μπω κατευθείαν στο θέμα γιατί δεν έχω πολύ χρόνο. Είμαι πέντε χρόνια παντρεμένη με αυτόν τον άντρα (του έδωσε τη φωτογραφία του). Λέγεται Γιώργος Ακριβόπουλος και είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σας δίνω τώρα πεντακόσια ευρώ ως προκαταβολή και θα σας δώσω όσα χρειαστούν αν με βεβαιώσετε ότι ο άντρας μου με απατάει. Χρεώνετε με τη βδομάδα;»

“Ναι, κυρία μου, αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Γιατί πιστεύετε ότι σας απατάει, και δεν μου έχετε χαρίσει ακόμα τ’ ονοματάκι σας».

Αφού του απάντησε βιαστικά “Φωτεινή, αλλά δεν βλέπω τι σημασία έχει”, ότι ο άντρας της έλειπε συχνά απ’ το σπίτι για δουλειές και συνέδρια που της φαίνονταν ύποπτα, ότι γνωρίστηκαν όταν ήταν φοιτήτριά του και τώρα φοβόταν ότι την έχει βαρεθεί και τα ‘χει μπλέξει με κάποια άλλη φοιτήτρια, του είπε και κάτι που δεν το περίμενε.

“Αν με απατάει, δεν θα τον αφήσω, θα τον απατήσω κι εγώ, θα φροντίσω να το μάθει και μετά θα με παρακαλάει να γυρίσω πίσω. Πεντακόσια ευρώ την εβδομάδα είναι καλά;” και πριν προλάβει να της απαντήσει, είχε κιόλας κλείσει την πόρτα πίσω της. Ο Πάνος Παπαδόπουλος ευχήθηκε στον Θεό που δεν πίστευε να την απατάει. Για τα υπόλοιπα θα φρόντιζε ο ίδιος.

*

Δεν άργησε να βγάλει συμπέρασμα για τον Γιώργο. Ήταν ζαβολιάρης και δεν έπαιρνε τις στοιχειώδεις προφυλάξεις. Μέσα σε δέκα μέρες τον είχε δει να μπαίνει και να βγαίνει από το ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ με δύο διαφορετικές κοπέλες, φρέσκες και ωραίες σαν ζουμερές φράουλες, όχι πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Είχε τραβήξει φωτογραφίες κι όχι μόνο από την είσοδο, είχε και μια-δυο που φιλιόντουσαν στον δρόμο.

Είχε έρθει η ώρα να τον συναντήσει. Πήγε στο εστιατόριο όπου σύχναζε ανάμεσα στα μαθήματα, έκατσε απρόσκλητος στο τραπέζι του και του πάσαρε τον φάκελο με τις φωτογραφίες.

“Η γυναίκα σου δεν είναι καμιά χαζοβιόλα. Με πληρώνει όσο-όσο για να της αποδείξω ότι την κερατώνεις. Τι προτίθεσαι να κάνεις γι’ αυτό;”

Ο Γιώργος Ακριβόπουλος άνοιξε τον φάκελο, έριξε μια ματιά στις φωτογραφίες χωρίς όμως να τις βγάλει από μέσα, έχασε το χρώμα του για μια στιγμή και μετά εκνευρισμένος του είπε:

“Μ’ εκβιάζεις;”

“Δεν είσαι σε θέση να το διαπραγματεύεσαι, αγορίνα μου. Τι περίμενες δηλαδή, να μην το μάθει, αφού την έχεις φλομώσει στο ψέμα και δεν προσέχεις καθόλου, απορώ κιόλας, γλύκισμα είναι το γυναικάκι σου”.

“Δεν είναι για τα μούτρα σου!”

“Αυτό θα το δούμε. Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις;”

“Πώς ξέρω ότι δεν έχεις κρατήσει αντίγραφα; Πώς θα είμαι σίγουρος ότι δεν θα το μάθει;

“Πρέπει να μ’ εμπιστευτείς. Δεν έχεις και πολλές επιλογές έτσι όπως το βλέπω εγώ. Με τρία χιλιάρικα παίρνεις τον φάκελο και τα ξεχνάω όλα”.

Αιφνιδιασμένος, του ζήτησε να το σκεφτεί και να περάσει απ’ το γραφείο του σε μια βδομάδα.

«Δεν είσαι σοβαρός. Σε μια βδομάδα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο. Θα σου τηλεφωνήσω σε δυο μέρες. Έχω το τηλέφωνό σου απ’ τη γυναίκα σου. Ελπίζω, για το καλό σου, να πάρεις τη σωστή απόφαση».

Σκέφτηκε να περάσει απ’ το γραφείο του, αλλά δεν είχε μυαλό για άλλη υπόθεση. Από το να γδύνει τη Φωτεινή στο μυαλό του ξανά και ξανά, προτίμησε να πάει στη λέσχη ν’ αβγατήσει την προκαταβολή. Ένιωθε τυχερός. Σίγουρα θα είχε καλό χαρτί. Πράγματι είχε, και όλα θα είχαν πάει καλά αν έφευγε όσο κέρδιζε. Αλλά ποτέ δεν ήξερε πότε πρέπει να φύγει.

Ένας λόγος παραπάνω να δεχτεί τη Φωτεινή αύριο στο γραφείο του. Την είχε ταράξει στα μισόλογα. Αλλά θα έπεφτε το πεντακοσάρι και θα προετοίμαζε και το έδαφος.

«Έλα καλή μου στις έξι, έχω κάποια νέα».

Η Φωτεινή ήρθε ντυμένη στην τρίχα, κάτι που τον έκανε να σκεφτεί ότι ή είναι έτσι πάντα περιποιημένη ή ότι σκέφτονται το ίδιο πράγμα. «Πείτε μου κύριε Παπαδόπουλε».

«Πάνος για σένα καλή μου, δεν χρειάζεται να κρατάμε τους τύπους. Δεν σου τηλεφώνησα από προχθές γιατί ψάχνω κάτι. Είναι μια φοιτήτρια, με την οποία κυκλοφορούν μαζί μέσα στο Πανεπιστήμιο και κλείνονται στο γραφείο του, αλλά δεν έχω ακόμη αποδείξεις. Μπορείς να περιμένεις μια-δυο μέρες; Όσο προσεκτικοί και να είναι, θα το κάνουν το λάθος και τότε θα σου πω με σιγουριά. Έλα, μην κατσουφιάζεις, δεν θέλω να βλέπω στενοχωρημένο το μουτράκι σου».

«Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι…»

«Μην σκέφτεσαι έτσι. Σύντομα θα ξέρουμε».

«Η αμοιβή σας. Σου. Καλό βράδυ».

«Να σου βάλω ένα ποτό;»

«Την επόμενη φορά».

Την άλλη μέρα το μεσημέρι, ο Γιώργος Ακριβόπουλος δέχτηκε ένα τηλεφώνημα με απόκρυψη, τη στιγμή που βγήκε από το Πανεπιστήμιο. Ο μπαγάσας ήθελε να το ξέρει ότι τον παρακολουθεί.

«Αποφάσισες λεβέντη μου; Ήμουν στη γειτονιά σου και είπα να μην το καθυστερούμε άλλο». Ο Γιώργος το είχε σκεφτεί, το είχε σκεφτεί από χίλιες πλευρές, αλλά και τι να κάνει; Να πάει στην Αστυνομία να πει ότι τον εκβιάζουν; Ούτε καν το όνομα του ντετέκτιβ δεν ήξερε. Αν έδινε τα λεφτά είχε μια μικρή πιθανότητα να σώσει το γάμο του. Θα έβαζε μυαλό από κει και πέρα. Την αγαπούσε τη Φωτεινή. Αυτές τις δυο μέρες το είχε καταλάβει περισσότερο από ποτέ.

«Σε δυο ώρες στη Μαβίλης, θα φοράω ένα γαλάζιο τι-σερτ. Τρία χιλιάρικα, μετρητά όπως είπαμε. Είμαστε εντάξει; Αλλιώς…»

«Σύμφωνοι τον σταμάτησε. Αλλά θέλω να μου ορκιστείς στην αντρική σου τιμή…»

«Έχω από καιρό χάσει την ψυχή μου αγόρι μου. Αλλά ο αναμάρτητος…»

«Κάνω βλακεία που στα δίνω, το ξέρω».

«Να της τηλεφωνήσω τότε μήπως εκείνη δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το φάκελο;»

«Παλιάνθρωπε!»

Αφού του έδωσε τον φάκελο (είχε βεβαίως κρατήσει αντίγραφα) και πήρε τα λεφτά, σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου της πριν καν μπει καλά-καλά στο ταξί.

“Τα νέα δεν είναι καλά. Σ’ τα φοράει, γλύκα. Πέρνα στις έξι απ’ το γραφείο μου να σ’ τα πω αναλυτικά και μετά πάμε για ένα ποτό”.-

(Δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Ιανουάριο του 2021)

Με καφέ και τσιγάρο

Η ώρα έχει πάει δώδεκα και μισή. Είχε κοιμηθεί με το πατζούρι ανοιχτό, για να τον βοηθήσει ο ήλιος να σηκωθεί. Μια δέσμη φωτός ξεκινούσε από την άκρη της κουρτίνας και κατέληγε στα μάτια του. Έκανε να γυρίσει πλευρό, αλλά η επιθυμία του για τσιγάρο ήταν πιο δυνατή από τη νύστα. Η μητέρα του είχε προσπαθήσει άλλες δυο φορές να τον ξυπνήσει, χωρίς αποτέλεσμα. Δεν βιαζόταν να ξεκινήσει τη μέρα του. Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο να περιμένει.

Κάθισε στο κρεβάτι και έπιασε τη χθεσινή κούπα του καφέ, ίσα-ίσα μια γουλιά είχε, για ν’ ανάψει το πρώτο τσιγάρο. Την είχε σκεπάσει προσεκτικά με το ειδικό καπάκι το προηγούμενο βράδυ. Σκούπισε τα χέρια του με υγρό μαντηλάκι μιας χρήσης και άνοιξε το πακέτο. Ήταν σχεδόν άδειο. Σήμερα έπρεπε να βγει.

Όλα τα ψώνια του σπιτιού τα έκανε η μάνα του, αλλά τσιγάρα δεν του έπαιρνε. Λίγο που ήθελε να τον κάνει να το κόψει, λίγο που ήξερε ότι αν δεν ήταν αυτό, ο γιος της δεν θα έβγαινε ποτέ απ’ το σπίτι. Παρέες δεν είχε πια, ούτε είχε όρεξη να κάνει καινούργιες. Παρέα του ήταν πια ο καφές και το τσιγάρο, από την ώρα που άνοιγε τα μάτια του μέχρι να κοιμηθεί, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Άκουγε συνεχώς ειδήσεις. Μόνο για τον κορωνοϊό λέγανε. Έπρεπε να προσέχει. Για μια διαδρομή μέχρι το περίπτερο και πίσω ακολουθούσε ολόκληρη τελετουργία.

«Μάνα, καφέ!» φώναξε σβήνοντας τη γόπα και σηκώθηκε για την τουαλέτα. Έπλυνε τα δόντια του και τα χέρια του πολύ προσεκτικά. Τα σκούπισε με τη δική του, ατομική πετσέτα και τράβηξε για την κουζίνα να πιει τον καφέ. Κάτι σαν καλημέρα βγήκε μέσα απ’ τα δόντια του, πήρε τον καφέ που του είχε ετοιμάσει η κυρία Ελένη, το πακέτο Γκουλουάζ κόκκινο σκληρό και τον αναπτήρα και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας.

Τέσσερα τσιγάρα είχε το πακέτο, τρία που θα έκανε με τον καφέ κι ένα ώστε να νιώθει ασφαλής ότι δεν θα ξεμείνει μέχρι να πάει στο περίπτερο. «Ωραίο το καφεδάκι, μάνα, να ’σαι καλά», της είπε αφού ήπιε δυο γουλιές μαζί με το δεύτερο τσιγάρο. Πριν πιει λίγο καφέ, ούτε καλημέρα δεν μπορούσε να πει, αλλά μετά στενοχωριόταν, το ’ξερε πως πικραίνει τη μάνα του, που στο κάτω-κάτω όλα έτοιμα του τα είχε. «Έπλυνες τα χέρια σου πριν φτιάξεις τον καφέ;» τη ρώτησε, όπως κάθε πρωί. Μίλησαν λίγο. Εκείνη τον καταλάβαινε.

Ώρα να ξεκινήσει για το περίπτερο. Πλένει άλλη μια φορά τα χέρια του, βάζει γάντια και μάσκα, παίρνει το πορτοφόλι του και το κινητό του. Το ασανσέρ δεν το χρησιμοποιεί. Πιθανή εστία μικροβίων. Πριν ξεκινήσουν όλα αυτά, πατούσε το κουμπί μ’ ένα χαρτομάντιλο, αλλά τώρα φοβάται και τον αέρα εκεί μέσα. Στο δρόμο τηρεί τις αποστάσεις ασφαλείας. Αν συναντήσει κάποιον χωρίς μάσκα, περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Έξω νέκρα. Κάπου-κάπου περνάει κανένας άνθρωπος που κάνει βόλτα το σκύλο του, αλλά από αυτοκίνητα σχεδόν κανένα. Μπορεί να φοβάται τον ιό, αλλά αυτή την ησυχία, που δεν την είχε ζήσει ποτέ στη ζωή του, γέννημα-θρέμμα Αθηναίος, δεν την αλλάζει με τίποτα. Δεν πα΄ να κρατήσει κι ένα χρόνο η καραντίνα, σκέφτεται. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι έκανα πριν, κάνω και τώρα. Έχει φτάσει σχεδόν στο περίπτερο, όταν η συνηθισμένη σκέψη τον βασανίζει. Είναι γελοίο το ξέρει, αλλά δεν μπορεί να μην τηλεφωνήσει. Οι ψυχαναγκασμοί δεν τον αφήνουν. «Μάνα, έχω κλείσει τον θερμοσίφωνα;» Σκουπίζει μ’ ένα χαρτομάντιλο το κινητό και το ξαναβάζει στην τσέπη του. Τέσσερα πακέτα θα πάρω σήμερα. Να μη χρειαστεί να βγω κι αύριο.

Γυρνώντας στο σπίτι, βγάζει τα παπούτσια του έξω από το διαμέρισμα και ξεκλειδώνει την πόρτα. Όπως είναι με τη μάσκα, φοράει τις παντόφλες του και πηγαίνει στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια του. Βγάζει τη μάσκα και την πετάει προσεκτικά στο καλάθι των αχρήστων. Σκουπίζει τα χέρια του με τη δική του, ατομική πετσέτα και κατευθύνεται προς την κουζίνα για να φτιάξει τον δεύτερο καφέ της ημέρας. «Πόσοι νεκροί σήμερα;» ρωτάει τη μάνα του. «Όχι πολλοί, τριάντα δύο», του απαντάει. Κι ένας εγώ τριάντα τρεις, σκέφτεται μεγαλόφωνα.

Εύη Μυλωνάκη

Το άδειο άλογο,

του Παύλου Μεθενίτη

Το τέταρτο μυθιστόρημά του, το πρώτο που διαβάζω εγώ. Ένα μυθιστόρημα κυκλικό, που σε κρατά απ’ το χέρι από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, και όπως διαπίστωσα το απολαμβάνεις περισσότερο, όταν το διαβάζεις γρήγορα. Ανθρώπινο, αν και όχι τόσο people frendly, και πολιτικό, όχι μόνο για τις αναφορές στη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και στη γενιά της μεταπολίτευσης, από την οποία άλλοι βολεύτηκαν κι άλλοι προσπάθησαν αξιοπρεπώς να πορευτούν και κάποιες φορές όπως ο Ηλίας, ο πρωταγωνιστής, κατέρρευσαν ή είναι συνεχώς στα όριά τους μέχρι την αναπόφευκτη έκρηξη.

Ο Ηλίας δεν κοιμάται τα βράδια σχεδόν καθόλου κι έχει όλο το χρόνο να ξύσει τις πληγές του μέχρι να ματώσουν, ν’ ανοίξει την πόρτα στο παράλογο, να θυμηθεί ιστορίες που ταξιδεύουν τον αναγνώστη αλλά δεν λυτρώνουν τον πρωταγωνιστή. Το στενό του περιβάλλον, η γυναίκα του η Κάτια, ο πρώην φίλος της εφηβείας που μπαίνει ξανά στη ζωή του ο Νίκος και του παίρνει με ύπουλο και χθόνιο τρόπο γυναίκα και παιδί και ο γιος του ο Μιχαλάκης (πρώτη φορά διαβάζω τόσο δυνατή περιγραφή της πατρικής αγάπης) είναι το σύμπαν του, όταν τα βράδια θυμάται και σχεδιάζει την εκδίκησή του. Όταν χλευάζει τους πάντες και τα πάντα-και τον ίδιο τον Θεό- αλλά και τον εαυτό του.

Διαβάζοντας το βιβλίο, έχω την αίσθηση πως ο Θεός έχει ψυθυρίσει και στο μυαλό του Παύλου Μεθενίτη, έτσι για πλάκα ίσως, το αδιανόητο, το μέγα αποτρόπαιο μυστήριο του Σύμπαντος, γι’ αυτό δεν κοιμάται τα βράδια και γράφει ιστορίες σαν αυτή, που δεν μπάζουν από πουθενά.

Πικροδάφνη

BONSAISTORIES2 DAYS AGO 0

Σέρβιρα καφέ και κονιάκ στην οικογένεια. Είμαι η μεγαλύτερη κόρη και ο μπαμπάς χαίρεται όταν κάνω τη μαμά. Κάνει ζέστη στο χωριό. Τα τζιτζίκια με ξεκουφαίνουν.

Χθες ο μπαμπάς δεν πήρε τηλέφωνο, ούτε και την προηγούμενη. Έχουμε χρόνια να πάμε στο χωριό. Προσπαθώ να θυμηθώ αν έχουμε τσακωθεί.

Τις προάλλες που ήρθα στο σπίτι σου, έμοιαζε αλλιώτικο. Από πότε έχω να έρθω εδώ; Δεν είσαι εκεί. Πού μένεις τώρα;

Καθώς ανοίγω τα μάτια μου, συνειδητοποιώ ότι έχω να σε δω είκοσι χρόνια. Πίστευα ότι δεν θα μου λείπεις. Όταν στο νοσοκομείο μου είπαν τα άσχημα νέα, έκλαψα. Αλλά δεν πίστευα ότι θα μου λείπεις. Κι όμως σε σκέφτομαι κάθε μέρα.

Καμιά φορά τη νύχτα έρχεσαι στον ύπνο μου και μου δίνεις ένα φιλί. Είναι ωραία που ζούμε και πάλι μαζί. Με το πρωινό φως, ξεκαθαρίζουν όλα, κι εύχομαι μόνο να μην ξημέρωνε εκείνες τις μέρες.

Τα καλοκαίρια  περνάγαμε μαζί ένα μήνα. Άδειο τώρα το σπίτι στο χωριό. Κούφιο. Βαρύ. Δεν με χωράει. Η πικροδάφνη σου έβγαλε σήμερα το πρώτο της λουλούδι. Έλα το βράδυ να τη δεις. Δεν θα το πω σε κανέναν.

ΕΥΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ